Τετάρτη 16 Ιουνίου 2021

Οι μαθητές παρουσιάζουν τα βιβλία που διάβασαν

Η Μαρίζα διάβασε και παρουσιάζει

 

Ο γέρος και η θάλασσα

Έρνεστ Χεμινγουέι

 

Ο Σαντιάγο είναι ένας ηλικιωμένος ψαράς που ζει μόνος  φτωχικά και απομονωμένος έχοντας για συντροφιά μερικές φορές ένα μικρό αγόρι. Είναι πολύ άτυχος αφού μετά από 84 μέρες στη θάλασσα δεν έχει καταφέρει να πιάσει ούτε ένα ψάρι. Αυτό τον πεισμώνει πολύ και θέλει να πιάσει οπωσδήποτε ένα. Πηγαίνει μόνος του για ψάρεμα χωρίς την βοήθεια του μικρού συντρόφου του.

Η ιστορία εκτυλίσσεται στα βαθιά νερά ανοιχτά της Κούβας. Τρεις μέρες βρίσκεται στο πέλαγος και τελικά βρίσκει έναν ξιφία που όμοιό του δεν έχει ξαναδεί ποτέ. Χρησιμοποιεί όλα όσα ξέρει για να τον πιάσει. Τελικά τα καταφέρνει όμως η ατυχία του δε σταματά. Στο ταξίδι της επιστροφής συναντάει πολλές δυσκολίες αφού δυσκολεύεται να κουμαντάρει τη βάρκα του λόγω του αέρα. Την όλη κατάσταση δυσκολεύει και ο ξιφίας που είναι πολύ μεγάλος και δεν ελέγχεται εύκολα. Ο Σαντιάγο όμως δεν τα παρατάει μένει ξάγρυπνος αγνοεί τους πόνους και τα κοψίματα από την πετονιά. Υπομένει το κρύο, τον αέρα και την πείνα. Όμως η μάχη του συνεχίζεται αφού οι καρχαρίες επιτίθενται στο ψάρι που έχει πιάσει. Ξέρει πως ο αγώνας είναι άνισος και δεν έχει καμιά ελπίδα να κρατήσει το ψάρι αλλά δεν τα παρατάει. Έχει επιμονή και υπομονή και αγωνίζεται με όλες του τις δυνάμεις. Καταφέρνει να σκοτώσει κάποιους καρχαρίες όχι όμως όλους που του τρώνε σιγά σιγά το ψάρι. Δεν μένει τίποτα από τον ξιφία παρά μόνο το ψαροκόκκαλο. Βγαίνει στην στεριά χωρίς ψάρι συντετριμμένος. Η χαρά και η ελπίδα που είχε αρχικά, στο τέλος μετατρέπονται σε απογοήτευση και απελπισία. Το μόνο που του μένει να κάνει είναι να πάει στην καλύβα του αφού είναι πια καταρρακωμένος. Εκεί παρηγορείται από το μικρό του φίλο. Τουλάχιστον έδειξε στους άλλους ότι μπορεί ακόμα να ψαρεύει το ίδιο καλά όπως και πρώτα.

Ο ψαράς χρειάζεται το ψάρι για να επιβιώσει, αν και αγαπάει όλα τα πλάσματα της θάλασσας. Πρέπει να το σκοτώσει και για λόγους υπερηφάνειας γιατί πρέπει εκείνος να νικήσει. Επιμένει στον αγώνα του όσο δύσκολος κι αν είναι γιατί πιστεύει στις δυνάμεις του αλλά και στο καθήκον του απέναντι στην ιδιότητά του. Είναι ψαράς πάνω από όλα, γι’ αυτό κάθε μέρα κάνει όλες τις προετοιμασίες του σαν να είναι η μέρα της μεγάλης ψαριάς. Ο γέρος δεν πιστεύει απαραίτητα πως θα πιάσει τον ξιφία. Απλά κάνει αυτό που πρέπει να κάνει και είναι καλά προετοιμασμένος, παίρνοντας δύσκολες αποφάσεις προκειμένου να πετύχει το στόχο του. Αυτές τις μέρες στον ωκεανό ο ψαράς ξορκίζει το θάνατο, τον προκαλεί, αναμετριέται μαζί του κι έστω και πρόσκαιρα τον νικάει. Μπορεί κι αναγνωρίζει τον εαυτό του σε εκείνο το ψάρι που όσο του αντιστέκεται τόσο κερδίζει το σεβασμό του. Σημασία για το γέρο έχει αυτή η μοναχική μάχη. Παλεύει με όλες του τις δυνάμεις ακόμα κι αν ο αγώνας είναι χαμένος εξαρχής. Και δεν σταματάει να ελπίζει. Σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας βλέπουμε τον ήρωα να μηχανεύεται τρόπους για να τα βγάλει πέρα με τις δυσκολίες που συναντά. Μερικές φορές αποθαρρύνεται, αλλά ζητά από τον εαυτό του να κάνει κουράγιο. Προσπαθεί και ελπίζει.

Το βιβλίο αυτό είναι ένα έργο που παρουσιάζει τον καθημερινό αδιάκοπο αγώνα για τη ζωή. Μέσα από το έργο αυτό ο συγγραφέας μας παρουσιάζει ένα περιπετειώδες ταξίδι έναν αγώνα επιβίωσης, την ελπίδα για την εκπλήρωση του ονείρου και του πόσο εύκολα μπορείς να το αγγίξεις και τελικά να το χάσεις μένοντας με τη θύμηση ενός αγώνα που δεν έφερε τα αποτελέσματα που επιθυμούσες. Βλέπουμε ουσιαστικά τον αγώνα που πρέπει να δώσει κάθε άνθρωπος για να καταφέρει να πραγματοποιήσει τα όνειρά του. Μέσα από αγώνες, μάχες, νίκες και απογοητεύσεις ο άνθρωπος μπορεί να βγει νικητής έχοντας παλέψει και διασώσει την αξιοπρέπειά του. Να μην παρατάς ποτέ κάτι όσο δύσκολο κι αν φαντάζει αλλά να πολεμάς με όλο σου το είναι για να τα καταφέρεις ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα, αφού θα έχεις την ικανοποίηση ότι δεν τα παράτησες αλλά έδωσες τον καλύτερο εαυτό σου. Αυτό που φαίνεται μέσα από αυτό το βιβλίο είναι ότι το πιο σημαντικό είναι να έχεις άλλη μια μέρα για να παλέψεις. Όσο υπάρχουν μέρες υπάρχει και ελπίδα. Το σημαντικότερο είναι ότι δεν χάνεις τον πόλεμο επειδή έχασες μια μάχη.

Το βιβλίο είναι ευχάριστο στην ανάγνωση αν και το περιεχόμενο είναι αρκετά λυπηρό, αφού παρακολουθούμε τα βάσανα και την εξάντληση του γέρου ψαρά μέχρι το τέλος. Σκέψεις και συναισθήματα σε γεμίζουν αγάπη, συμπόνια αλλά και μεγάλη αγωνία. Από την αρχή σχεδόν καταλαβαίνουμε τι πρόκειται να συμβεί, πώς θα εξελιχθεί η μάχη του Σαντιάγο και πως είναι χαμένη από χέρι. Όμως είναι έτσι γραμμένο που δεν μπορείς να σταματήσεις να διαβάζεις παρά μόνο όταν φτάσεις στην τελευταία σελίδα.

Η γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι απλή και κατανοητή και το κείμενο είναι γεμάτο περιγραφές που δημιουργούν πολλές εικόνες. Με απλές λέξεις, ζωντανές εικόνες και κλιμακούμενη πλοκή ο συγγραφέας καταφέρνει να κάνει τον αναγνώστη συμμέτοχο σε έναν επίπονο αγώνα που δεν έχει να κάνει μόνο με την επιβίωση αλλά και με την αναζήτηση της αξιοπρέπειας.

 

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα


Ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ γεννήθηκε στο Όουκ Πάρκ, προάστιο του Σικάγου, το 1899. Μετά την αποφοίτησή του από το γυμνάσιο πιάνει δουλειά ως ανταποκριτής στην εφημερίδα Star του Κάνσας Σίτι. Το 1918, στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο υπηρετεί εθελοντικά ως οδηγός ασθενοφόρου στον ιταλικό στρατό και τραυματίζεται σοβαρά από όλμο. Η σχέση του με τη νοσοκόμα Άγκνες φον Κουρόφσκι κατά τη διάρκεια της ανάρρωσής του θα αποτελέσει τον άξονα του αυτοβιογραφικού του μυθιστορήματος Αποχαιρετισμός στα όπλα. Το 1920 επιστρέφει στις ΗΠΑ όπου και συνεχίζει τη δημοσιογραφική του καριέρα ως ανταποκριτής στη Star του Τορόντο και στη Star Weekly. Ύστερα από δύο χρόνια μετακομίζει στο Παρίσι όπου συνεχίζει να εργάζεται ως ανταποκριτής σε αμερικανικές εφημερίδες και παράλληλα συνάπτει φιλικές σχέσεις με την ελίτ των εκπατρισμένων Αμερικανών και Βρετανών διανοουμένων όπως ο Σκότ Φιτζέραλντ, η Γερτρούδη Στάιν, ο Φόρντ Μάντοξ Φόρντ, ο Έζρα Πάουντ κ.α. Το 1925 εκδίδεται η πρώτη του συλλογή διηγημάτων με τίτλο Στην εποχή μας. Το 1936 έχοντας πλέον επιστρέψει στην Αμερική, καλείται να καλύψει τον Ισπανικό Εμφύλιο για λογαριασμό της Βορειοαμερικανικής Ένωσης Εφημερίδων. Το 1939 εγκαθίσταται στο κτήμα Φίνκα Βίχια στην Κούβα και ένα χρόνο αργότερα εκδίδεται το πιο φιλόδοξο μυθιστόρημά του, το Για ποιον χτυπάει η καμπάνα, με θέμα τον Ισπανικό Εμφύλιο. Την περίοδο 1942-1944 γίνεται ανταποκριτής του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου στην Ευρώπη. Κατατάσσεται στη Βασιλική Αεροπορία, συμμετέχει στην απόβαση της Νορμανδίας, δίνει την προσωπική του μάχη για την απελευθέρωση του Παρισιού με τη συμμετοχή του στην κατάληψη του στρατηγικής συμμαχίας ξενοδοχείου Ρίτζ και προσχωρεί στην Τέταρτη Μεραρχία Πεζικού. Το 1952 εκδίδεται η κλασική νουβέλα του Ο γέρος και η θάλασσα για την οποία κερδίζει το βραβείο Πούλιτζερ. Το 1954 η Σαουδική Ακαδημία του απονέμει το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Ύστερα από πολλά ψυχολογικά και σωματικά προβλήματα, κι αφού επιστρέφει μετά από επιμονή της γυναίκας του στις ΗΠΑ ο Χέμινγουεϊ αυτοκτονεί στις 2 Ιουλίου 1961 σε ηλικία 62 ετών με τον ίδιο τρόπο που είχε αυτοκτονήσει κι ο πατέρας του με κυνηγετική καραμπίνα στη φάρμα του στο Άινταχο. Μετά το θάνατό του εκδίδονται τα έργα του Μια κινητή γιορτή, αφήγημα το οποίο αναφέρεται στη ζωή και την καλλιτεχνική σκηνή του Παρισιού τη δεκαετία του ’20, το μυθιστόρημα Νησιά στον κόλπο το οποίο είχε αρχίσει να γράφει τη δεκαετία του ’30 και το μυθιστόρημά του ο κήπος της Εδέμ το οποίο είχε αρχίσει να γράφει το 1946.

 

Δείτε και την ταινία

https://www.youtube.com/watch?v=LotNyNA5m3c

Ο Παναγιώτης διάβασε και παρουσιάζει

 

Το κόκκινο αλογάκι

Τζον Στάινμπεκ

 


          Το βιβλίο που θα σας παρουσιάσω είναι το κόκκινο αλογάκι. Γράφτηκε από τον συγγραφέα Τζων Σταϊνμπεκ και είναι από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Αποτελείται από τέσσερις αυτοτελείς ιστορίες και είναι διήγημα. Το διήγημα μας μιλά για τις ιστορίες ενός μικρού παιδιού που ζει με τους γονείς του και τον επιστάτη τους σε ένα ράντζο του Μεξικό.

  

Υπόθεση:

Το κόκκινο αλογάκι

          Ο Τζόντυ κάθε πρωί πήγαινε σχολείο και όταν γυρνούσε έκανε τις δουλειές που του ανέθετε η μητέρα του. Ο πατέρας του ήταν αυστηρός και λιγομίλητος μαζί του. Μια μέρα ο πατέρας του, χωρίς να το γνωρίζει ο ίδιος, του αγόρασε ένα μικρό κόκκινο άλογο και του είπε πως θα ήταν ευθύνη του να το φροντίσει. Ο επιστάτης τους του είπε πως θα τον βοηθούσε να το δαμάσει ώστε να μπορέσει να το καβαλικέψει την μέρα των Ευχαριστιών. Ο μικρός Τζόντυ  χαρούμενος προσκάλεσε στο σπίτι του μετά το σχολείο τους φίλους του για να τους δείξει το όμορφο αλογάκι του. Αυτοί ενθουσιασμένοι του έταζαν διάφορα για να τους αφήσει να το καβαλικέψουν. Ο Τζόντυ όμως ήθελε να είναι ο πρώτος που θα το καβαλίκευε. Κάθε μέρα που γυρνούσε από το σχολείο έκανε γρήγορα τις δουλειές που του ανέθετε η μητέρα του ώστε να μπορεί να έχει πιο πολύ χρόνο για να φροντίσει το άλογό του. Κάθε μέρα δενόταν πιο πολύ μαζί του και το αγαπούσε όλο και περισσότερο. Κάποιες φορές όμως περνούσαν κάποιες άσχημες σκέψεις από το μυαλό του και τότε έτρεχε γρήγορα στο στάβλο για να σιγουρευτεί πως το άλογό του ήταν καλά. Περνώντας ο καιρός κατάφερε με την βοήθεια του επιστάτη να το δαμάσει και περίμενε με αγωνία την μέρα των Ευχαριστιών. Λίγες μέρες όμως πριν από αυτή τη σημαντική μέρα συνέβη ένα δυσάρεστο γεγονός. Μια μέρα αφού βεβαιώθηκε από τον επιστάτη πως δεν θα έβρεχε άφησε έξω το αλογάκι του στον ήλιο και πήγε στο σχολείο. Κατά την διάρκεια της μέρας έπιασε ξαφνικά βροχή και δεν ήταν κανείς στο σπίτι για να το βάλει μέσα στο στάβλο, ενώ αυτός δεν μπορούσε να φύγει από το σχολείο γιατί φοβόταν πως θα τον μάλωναν. Έτσι το αλογάκι αφού έμεινε στη βροχή αρρώστησε. Ο Τζόντυ καθόταν δίπλα του συνεχώς αδιαφορώντας για οτιδήποτε άλλο περιμένοντας  να γίνει καλά. Παρά τα γιατροσόφια όμως του επιστάτη το αλογάκι δεν ανάρρωνε και ένα βράδυ έφυγε αθόρυβα από το στάβλο και πήγε και έπεσε σ’ ένα λόγγο. Το επόμενο πρωί ο Τζόντυ ακολουθώντας τα χνάρια του το βρήκε περιτριγυρισμένο από γύπες. Κατέβηκε γρήγορα το λόγγο, πήγε κοντά στο άλογο και έπιασε ένα γύπα που ήταν πάνω στο αλογό του και τον χτυπούσε μέχρι θανάτου. Ήταν τόσο πολύ ταραγμένος και λυπημένος που δεν σταματούσε να χτυπά το πουλί ώσπου εξαντλήθηκε.

Τα μεγάλα βουνά

          Ένα απόγευμα ο Τζόντυ μη έχοντας τι να κάνει άρχισε να πειράζει τα ζώα της φάρμας όχι με σκοπό να τα βασανίσει αλλά για να περάσει την ώρα του. Αφού βαρέθηκε και με αυτό πήγε και ξάπλωσε στο γρασίδι κοιτάζοντας τον ουρανό ώσπου το βλέμμα του ακολουθώντας τα σύννεφα έφτασε πολύ μακριά, στα μεγάλα βουνά που ήταν παράξενα και γεμάτα μυστικά. Τα αγαπούσε και πάντα ήθελε να μάθει τι υπήρχε εκεί για αυτό και συνεχώς  ρωτούσε τους γονείς του και τον επιστάτη τους αν ήξεραν κάτι αλλά το μόνο που έπαιρνε σαν απάντηση ήταν ότι υπήρχαν πολλοί γκρεμοί, πως ήταν ανεξερεύνητα και μετά από αυτά υπήρχε θάλασσα. Καθώς τα κοιτούσε και τα θαύμασε είδε κάποιον άγνωστο να κατευθύνεται προς το σπίτι του. Σηκώθηκε και έτρεξε γρήγορα για να μάθει ποιος ήταν. Ήταν ένας ηλικιωμένος που ζούσε εκεί παλιά και ζητούσε από αυτούς δουλειά και φιλοξενία ώσπου να πεθάνει εκεί στα μέρη του. Ο πατέρας του ήταν σκληρός απέναντί του λέγοντάς του πως ήταν ηλικιωμένος , πως οι γέροι πρέπει να πεθαίνουν και αν ήθελε να μείνει κάπου να πήγαινε στους συγγενείς του παρόλο που αυτοί ζούσαν μακριά από αυτόν τον τόπο. Το μόνο που θα μπορούσε να κάνει για αυτόν ήταν να τον αφήσει να μείνει εκεί για ένα βράδυ μόνο. Του είπε πως και το γέρικο άλογο που έχει κακώς το έχει και πως θα πρέπει να το σκοτώσει γιατί τώρα δεν του προσφέρει τίποτα. Ο Τζόντυ μετά το βραδινό βρήκε την ευκαιρία και πήγε στο δωμάτιο που έμενε ο επισκέπτης τους. Τον βρήκε να κρατάει ένα μεγάλο σπαθί και τον ρώτησε που το βρήκε και τι ήταν αυτό και στη συνέχεια τον ρωτούσε επίμονα αν είχε πάει στα μεγάλα βουνά και αν ήξερε τι βρίσκεται εκεί. Ο επισκέπτης  κάποια στιγμή του απάντησε πως είχε πάει όταν ήταν πολύ μικρός αλλά δεν θυμόταν τίποτα. Μετά από αρκετή ώρα το αγόρι έφυγε και πήγε για ύπνο χωρίς να πει τίποτα σε κανέναν για το σπαθί που είδε.     Το επόμενο πρωί ο πατέρας του Τζόντυ όταν είδε τα άλογα να κατεβαίνουν  να πιουν νερό, παρατήρησε πως έλειπε το γέρικο και εντελώς ατάραχος είπε πως το άλογο θα ψόφησε. Ένας γείτονας τους όμως τον διαβεβαίωσε πως το είδε να το έχει ένας ηλικιωμένος και να ανεβαίνει προς το βουνό. Εντελώς ψυχρά είπε πως το έκλεψε ο επισκέπτης τους αλλά δεν το ήθελε γιατί ήταν γέρικο. Ο Τζόντυ μόλις άκουσε την συζήτηση έφυγε γρήγορα  και πήγε να κοιτάξει προς το βουνό. Είδε τον επισκέπτη τους μαζί με το γέρικο άλογό τους να κατευθύνεται προς τα μεγάλα βουνά. Αμέσως ένιωσε μια λαχτάρα και μια λύπη, μια λύπη που δεν είχε όνομα.

 


 

Η υπόσχεση

          Μια μέρα γυρνώντας ο Τζόντυ από το σχολείο παριστάνοντας τον αρχηγό ενός φανταστικού στρατού μάζευε διάφορα μικρά ερπετά και έντομα και τα έβαζε μέσα στο δοχείο του φαγητού του. Φτάνοντας στο σπίτι η μητέρα του τού είπε πως τον περίμενε ο πατέρας του για να του μιλήσει. Ο μικρός Τζόντυ αναρωτήθηκε τι έκανε πάλι και ήθελε ο πατέρας του να τον μαλώσει. Όμως όταν πήγε και τον βρήκε μια έκπληξη τον περίμενε. Αντί να τον μαλώσει για κάτι, του είπε πως επειδή ο επιστάτης τους του είχε πει πόσο πολύ αγαπούσε και φρόντιζε το κόκκινο αλογάκι σκέφτηκε πως θα ήταν ικανός να μεγαλώσει και ένα πουλάρι. Με την προϋπόθεση όμως να δουλεύει όλο το καλοκαίρι για να βγάλει μόνος του τα χρήματα που θα κόστιζε για να πάει την Νέλλη, το άλογο τους, στον επιβήτορα ενός γείτονα ώστε αργότερα να αποκτήσει το πουλάρι. Επίσης του είπε πως θα έπρεπε να κάνει ό,τι του ανέθεταν χωρίς κανένα παράπονο και να φροντίσει και την Νέλλη μέχρι να γεννηθεί το πουλάρι. Ο Τζόντυ δέχτηκε, πήγε την Νέλλη στον επιβήτορα και έκανε ότι του έλεγαν και σταμάτησε να κάνει και κουταμάρες γιατί τώρα αισθανόταν μεγάλος και υπεύθυνος. Ο Τζόντυ φρόντιζε την Νέλλη και έκανε όνειρα για το πουλάρι. Κάποιες φορές όμως ανησυχούσε και συνεχώς ρωτούσε τον επιστάτη τους πότε θα γεννιόταν. Ο επιστάτης του απαντούσε πως όφειλε να έχει υπομονή και πως όλα θα πήγαιναν καλά. Όταν κόντευε να γεννήσει η Νέλλη, ο Τζόντυ ανησυχούσε όλο και πιο πολύ και φοβόταν μήπως το χάσει, όπως έχασε και το κόκκινο αλογάκι και ζητούσε από τον επιστάτη να τον αφήσει να είναι και αυτός εκεί την ώρα της γέννας. Ο επιστάτης του υποσχέθηκε πως θα τα κατάφερνε και αυτή τη φορά θα ήταν διαφορετικά και θα αποκτούσε το πουλάρι που τόσο πολύ ήθελε. Ο επιστάτης έχοντας μαζί του τον Τζόντυ την ώρα που η Νέλλη ήταν έτοιμη να γεννήσει κατάλαβε πως κάτι δεν πήγαινε καλά και για να σωθεί το πουλάρι έπρεπε να θυσιάσει την Νέλλη. Έτσι αποφάσισε να σκοτώσει την Νέλλη για να κρατήσει την υπόσχεσή του και να μην στεναχωρηθεί για άλλη μια φορά ο Τζόντυ. Όταν γεννήθηκε το πουλάρι, ο επιστάτης είπε στον Τζόντυ να το προσέχει και να το φροντίζει σαν να ήταν η μάνα του. Ο μικρός Τζόντυ προσπάθησε να νιώσει χαρούμενος αλλά δεν τα κατάφερε γιατί μπροστά του έβλεπε μόνο το κατάκοπο και ματωμένο πρόσωπο του επιστάτη.

 

Ο Αρχηγός

          Ένα απόγευμα την ώρα που ο επιστάτης τους μάζευε το τελευταίο ξεραμένο σανό πήγε κοντά του ο Τζόντυ και του είπε πως το μέρος εκεί ήταν γεμάτο ποντίκια και πως θα μπορούσε να τα σκοτώσει όλα. Ο επιστάτης συμφώνησε μαζί του και του είπε πως αν ήθελε να τα σκοτώσει θα έπρεπε να ρωτήσει τον πατέρα του πρώτα γιατί ήθελε να ξέρει για το οτιδήποτε γινόταν μέσα στο ράντζο του. Ξαφνικά είδε τον πατέρα του κρατώντας ένα γράμμα να πηγαίνει στο σπίτι τους. Ο Τζόντυ άφησε γρήγορα τον επιστάτη και έτρεξε προς το σπίτι γιατί ήθελε να μάθει πρώτος τι έλεγε το γράμμα. Το γράμμα ήταν από τον παππού του, τον πατέρα της μητέρας του και έγραφε πως θα τους επισκεπτόταν για λίγες μέρες. Ο πατέρας του αμέσως άρχισε την γκρίνια λέγοντας πως τον βαριόταν κι αυτόν και την βαρετή ιστορία της ζωής του που έλεγε συνέχεια. Η μητέρα του τού απάντησε πως θα έπρεπε να είναι ευγενικός μαζί του και πως αυτή η ιστορία είναι η ζωή του ολόκληρη. Ο Τζόντυ αφού πήρε την άδεια της μητέρας του, ανέβηκε πάνω στον λόφο να τον υποδεχτεί. Ο παππούς του μόλις τον είδε χάρηκε και κατευθύνθηκαν μαζί για το σπίτι. Εκεί τον υποδέχτηκαν με σεβασμό. Το βράδυ μετά το φαγητό ο παππούς άρχισε να λέει την ιστορία της ζωής του και ο πατέρας του προσπαθούσε να αλλάξει συνεχώς την συζήτηση προσβάλλοντάς τον.

          Την επόμενη μέρα το πρωί όταν είχαν καθίσει μαζί για πρωινό και περίμεναν τον παππού, ο πατέρας τούς έλεγε πως ο παππούς είναι γέρος, πως δεν μπορεί να ακούει άλλο τις βαρετές ιστορίες του, πως όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν και πως του έχει στρίψει. Ξαφνικά εμφανίστηκε ο παππούς ο οποίος τα είχε ακούσει όλα. Ο πατέρας του προσπάθησε να δικαιολογηθεί λέγοντας πως δεν ήταν μια καλή μέρα για αυτόν και πως δεν τα εννοούσε. Ο παππούς του είπε πως είχε δίκιο και κατά την διάρκεια του πρωινού δεν ξαναδιηγήθηκε την ιστορία του. Μετά το πρωινό ο Τζόντυ, ενώ πήρε το όπλο που είχε φτιάξει για να πάει να σκοτώσει τα ποντίκια που τόσο πολύ ήθελε, έχασε την όρεξη του και πήγε και κάθισε κοντά στον παππού του και του ζήτησε να του πει την ιστορία του. Ο παππούς του υποστήριξε πως σημασία στην ιστορία του δεν είχε το ότι  κατάφεραν και νίκησαν τους Ινδιάνους αλλά το ότι ο ίδιος έτυχε να είναι αρχηγός μιας ομάδας ανθρώπων που κατάφεραν να συνεργαστούν και να πετύχουν τον σκοπό τους. Ο Τζόντυ του είπε πως θα ήθελε και αυτός μια μέρα να γίνει αρχηγός και να καταφέρει ό,τι κατάφερε και αυτός. Ο παππούς τον ενημέρωσε πως πλέον δεν υπήρχε μέρος να πάει και κυρίως θα τον σταματούσε η θάλασσα και πως ο πατέρας του τελικά είχε δίκιο πως όλα τελείωσαν πια. Ο Τζόντυ στενοχωρήθηκε για τον παππού του και πήγε να του φτιάξει μια λεμονάδα. Η μητέρα του απόρησε που δεν ήθελε και μία για τον εαυτό του και όλο ευγένεια τον βοήθησε.

 

Εντυπώσεις:

          Μία πολύ ενδιαφέρουσα και πολύ συγκινητική ματιά στη ζωή σε ένα ράντσο μέσα από τα μάτια ενός δεκάχρονου παιδιού που βλέπει τον κόσμο πιο αγνό και πιο όμορφο. Μέσα από τις σελίδες αυτού του βιβλίου βλέπουμε θλιβερές ιστορίες γεμάτες με αλήθειες για τη ζωή, τους ανθρώπους και τη φύση. Οι ιστορίες αυτές μας δείχνουν τη ζωή εκείνης της εποχής στα ράντσα και μεταφέρουν τον αναγνώστη στην Αμερική των αρχών του εικοστού αιώνα, δημιουργώντας μια νοσταλγία για έναν τρόπο ζωής πολύ μακρινό από το δικό μας παρελθόν και σίγουρα όχι και τόσο ζηλευτό, γεμάτο δουλειές, κούραση, αφοσίωση, στεναχώρια… Οι περιγραφές των πεδιάδων αλλά και των οροσειρών των Ηνωμένων Πολιτειών της εποχής των ράντζων, των γαιοκτημόνων, των ροντέο και των γελαδάρηδων μαγεύουν, αφού ο συγγραφέας έχει την ικανότητα να αφηγείται και να δημιουργεί σκηνικά πολύ οικεία στον αναγνώστη. Η ανθρωπιά του μικρού Τζόντυ μας γεμίζει ελπίδα ενώ τα όνειρά του μας κάνουν πιο αισιόδοξους. Ένα ωραίο βιβλίο μιας άλλης εποχής που κεντρίζει το ενδιαφέρον μέχρι και σήμερα...

Η Ειρήνη διάβασε και παρουσιάζει

 

Ο γλάρος Ιωνάθαν

Ρίτσαρντ Μπαχ


 

Ο τίτλος και το εξώφυλλο μπορεί να σε προετοιμάζει για το ποιοι θα είναι οι χαρακτήρες αλλά δεν σε βοηθάει να καταλάβεις πώς μπορεί να είναι η πλοκή. Δεν είμαι σίγουρη αν θα το ξαναδιάβαζα γιατί για να λέμε την αλήθεια με δυσκόλεψε.

 

Το βιβλίο μιλάει για ένα σμήνος γλάρων που το μόνο που κάνουν είναι να ψάχνουν τροφή και να πετούν μέχρι ένα όριο. Όμως υπάρχει ένας γλάρος που πασχίζει να κάνει την διαφορά και δεν φοβάται για το τι θα πουν οι γύρω του. Μια μέρα προσπαθεί να πετάξει με 70χλμ την ώρα και μετά από κάμποσες προσπάθειες τα καταφέρνει. Ύστερα τον καλούν σε ένα συμβούλιο κάνουν ένα κύκλο και τον βάζουν στην μέση. Αυτός ο κύκλος γινόταν είτε γιατί κάποιος είχε κάνει κάτι σπουδαίο είτε γιατί είχε παραβεί κάποιον νόμο και έκαναν τον κύκλο της ντροπής. Ο Ιωνάθαν νόμιζε ότι θα τον συγχαρούν για το πέταγμα του αλλά έκανε λάθος. Είπαν ότι ήταν πολύ απερίσκεπτος και γι αυτό τον έδιωξαν από την αγέλη. Ο Ιωνάθαν προπονούνταν κάθε μέρα ώστε να γίνει ακόμα καλύτερος. Έπειτα από αρκετές μέρες αποφάσισε να πετάξει όσο πιο ψηλά μπορούσε μέχρι που έφτασε στον παράδεισο. Εκεί βρήκε κι άλλους γλάρους που είχαν τις ίδιες αντιλήψεις και ο σοφότερος ανάλαβε να μάθει στον Ιωνάθαν όλα τα μυστικά του πετάγματος. Έπειτα από καιρό μαζί με κάποιους άλλους γλάρους κατέβηκαν στην γη ώστε να προσπαθήσουν να αλλάξουν τις παλιές αντιλήψεις και τα κατάφεραν. Στο τέλος ο Ιωνάθαν πήρε τη θέση του γλάρου που τον εκπαίδευσε και συνέχισε το έργο του.



Το βιβλίο μπορεί να με δυσκόλεψε αλλά μου άρεσε πολύ ότι η συγγραφέας περιέγραφε τέλεια τις εικόνες. Το βιβλίο μέσα από την ιστορία προσπαθεί να περάσει ένα μήνυμα. Ότι δεν πρέπει να καταπιεζόμαστε από τα πρέπει της κοινωνίας, δεν πρέπει να φοβόμαστε να πούμε την γνώμη μας και όπως μας απέδειξε ο γλάρος Ιωνάθαν τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο. 

 


5 πράγματα που μου έμαθε ο Γλάρος Ιωνάθαν

1. Να επιμένεις στα όνειρά σου.

Η επιμονή στο όνειρο,οδήγησε τον γλάρο Ιωνάθαν στην εσωτερική πληρότητα. Δε συμβιβάστηκε ποτέ με την ιδέα,ότι ο λόγος για να μάθει να πετά, είναι απλά για να βρίσκει φαγητό,όπως τον προέτρεπαν οι υπόλοιποι γλάροι του σμήνους. Ο γλάρος Ιωνάθαν,πετούσε για τη χαρά του πετάγματος. Και το όνειρό του,δεν είχε όριο. Δεν το μετρούσε με τη ζυγαριά. Απλά το ένοιωθε. Και η ανώτερη δύναμη που τον καθοδηγούσε,ποτέ δεν τον άφησε να χάσει την επαφή με το βαθύτερό του είναι.

2. Να ακούς την καρδιά σου. 

Ακόμη κι όταν λόγω της επιμονής του,έγινε απόβλητος από το υπόλοιπο σμήνος,ακόμη κι όταν ο συλλογικός τρόπος σκέψης,τον έκανε να αισθάνεται προβληματικός,ούτε τότε δεν τα παράτησε.Τελειοποίησε το πέταγμά του και εκείνοι που τον χλέυαζαν..εκείνοι που τον έδιωξαν από το σμήνος,απλά επειδή είχε βάλει το όνειρό του,πάνω από την κοινωνική επιταγή, κάποια στιγμή τον ζήλεψαν για ότι είχε καταφέρει.

3. Να μην κρατάς κακία, να μην ζητάς εκδίκηση.  

Ο Ιωνάθαν,επέστρεψε στο σμήνος. Όχι με διάθεση εκδίκησης. Αλλά με τη βαθύτερη επιθυμία,να δείξει το δρόμο. Να κάνει και τους άλλους γλάρους να καταλάβουν-όσους το επιθυμούσαν-,ότι το θέμα δεν είναι να πετάς για το φαγητό.Το θέμα είναι να πετάς για τη χαρά του πετάγματος.Το θέμα είναι να κρατήσεις το όνειρό σου και να παλεύεις γι αυτό,αδιαφορώντας για τις κατευθύνσεις που σου δίνουν γλάροι,που έμαθαν να κάθονται στα βράχια, μαλώνοντας μεταξύ τους για το φαγητό.

4.  Όλοι έχουμε το καλό μέσα μας.

Ο γλάρος Ιωνάθαν,ποτέ δεν έχασε την επαφή με το όνειρο. Ποτέ δεν έχασε την επαφή με το συναίσθημά του. Ποτέ δεν έχασε την επαφή με το αληθινό του Είναι. Όλοι θα μπορούσαμε να είμαστε εν δυνάμει σαν το γλάρο Ιωνάθαν. Αρκεί να πιστέψουμε στο καλό που υπάρχει μέσα μας και να αναζητούμε την αλήθεια, με βάση αυτό.

5. Μην επηρεάζεσαι από τους άλλους.

Στο δρόμο θα βρεθούν πολλοί γλάροι που θα προσπαθήσουν να μας πείσουν για το αντίθετο.Πως δηλαδή,το όνειρο δεν έχει σημασία.Πως αρκεί να εξασφαλίζεις την τροφή και τα υπόλοιπα δε μετράνε.Και είναι πολλοί αυτοί οι γλάροι.Τεράστια η πίεση που ασκούν. Αλλά καμιά πίεση δε μπορεί να συγκριθεί,με την βαθύτερη αίσθηση,πως έχω χάσει το δρόμο μου.Πως ακολουθώ τυφλά και κάνω απλά αυτό που μου λένε.

Για την ιστορία, το υπέροχο αυτό βιβλίο του Ρίτσαρντ Μπαχ απορρίφθηκε από 18 εκδότες πριν τελικά εκδοθεί. Το ίδιο το βιβλίο και ο συγγραφέας αποτελούν απόδειξη πως για τα όνειρά μας αξίζει να παλέψουμε. Πως αν υπερασπιστούμε τη διαφορετικότητά μας και βασιστούμε στο ένστικτό μας θα πετάξουμε πολύ πιο μακριά και πιο ψηλά από όσο μπορούμε ποτέ να ονειρευτούμε.

Φράσεις από το βιβλίο

«Μπορούμε να ξεπεράσουμε την άγνοια, μπορούμε ν’ αναγνωρίσουμε τον εαυτό μας σαν όντα ξεχωριστά, έξυπνα και επιδέξια. Μπορούμε να είμαστε ελεύθεροι! Μπορούμε να μάθουμε να πετάμε!».

«Διαλέγουμε τον επόμενό μας κόσμο μέσα από τα όσα μαθαίνουμε σε τούτον. Αν δεν μάθεις κάτι, τότε ο επόμενος θα είναι όμοιος με τούτον, με τους ίδιους φραγμούς και τα ίδια ασήκωτα βάρη που θα πρέπει να ξεπεράσεις».

«Για να πετάξεις με την ταχύτητα της σκέψης, δηλαδή οπουδήποτε, πρέπει ν’ αρχίσεις γνωρίζοντας πως έχεις κιόλας φτάσει…».

Με έμπνευση από άρθρο του psychiatrosonline.gr

https://www.themamagers.gr/kati-paizei/katse-mesa/5-pragmata-pou-mou-emathe-otan-imoun-mikri-o-glaros-ionathan/



Η Αρετή διάβασε και παρουσιάζει

 

ΠΟΙΟΣ ΣΚΟΤΩΣΕ ΤΟΝ ΣΚΥΛΟ ΤΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ

ΜΑΡΚ ΧΑΝΤΟΝ

 



Ο Κρίστοφερ είναι ένας δεκαπεντάχρονος νέος που ξέρει πάρα πολλά για τα μαθηματικά αλλά σχεδόν τίποτα για τον κόσμο στον οποίο ζει. Έχει χάσει την μητέρα του από πολύ μικρός και αντιμετωπίζει το πρόβλημα του αυτισμού. Κάποια μέρα, βρίσκει τον σκύλο της γειτόνισσάς του, κα. Σίαρς, νεκρό και αποφασίζει να λύσει το μυστήριο: “Ποιος σκότωσε τον σκύλο;”. Όμως όταν το έμαθε ο πατέρας του τού απαγόρευσε να συνεχίσει την έρευνα. Αλλά αυτός δεν τον άκουσε και έτσι άρχισε να γράφει σε ένα βιβλίο τα στοιχεία που είχε. Όταν το ανακάλυψε αυτό ο πατέρας θύμωσε και του έκρυψε το βιβλίο βάζοντάς τον τιμωρία. Ο Κρίστοφερ δεν τα παράτησε, μόλις κοιμήθηκε ο μπαμπάς του, αυτός άρχισε να ψάχνει. Τελικά βρήκε το βιβλίο αλλά μαζί με αυτό βρήκε και κάτι γράμματα που ήταν από την μητέρα του. Ο πατέρας αναγκάζεται να αποκαλύψει στον γιο του ότι αυτός είχε σκοτώσει τον σκύλο γιατί είχε θυμώσει με την κα. Σίαρς αλλά και ότι η μητέρα του είχε φύγει καθώς πίστευε ότι δεν μπορεί να τον φροντίσει ενώ ο πατέρας του είχε πει πώς είχε πεθάνει και τα γράμματα που έστελνε τα έκρυβε μέχρι που αυτός τα βρήκε. Ο Κρίστοφερ φοβήθηκε πολύ και αποφάσισε να πάει να βρει τη μητέρα του στο Λονδίνο και να πάει να μείνει μαζί της. Μετά από πολλές δυσκολίες που πέρασε για να φθάσει εκεί, τα κατάφερε. Η μαμά του μόλις τον είδε συγκινημένη τον καλωσόρισε στο σπίτι της. Όμως κάποια στιγμή ο νέος έπρεπε να γυρίσει πίσω για να δώσει σε έναν διαγωνισμό μαθηματικών και έτσι μητέρα και γιος αναγκάστηκαν να επιστρέψουν. Με αφορμή αυτό τον διαγωνισμό αποφάσισαν να μείνουν εκεί ώστε να μπορεί ο πατέρας να τον βλέπει και κάποια στιγμή ο Κρίστοφερ να τον συγχωρέσει για τα ψέματα που του είχε πει.

 

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα:



Ο ΜΑΡΚ ΧΑΝΤΟΝ γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Νορθάμπτον. Σπούδασε αγγλική φιλολογία στην Οξφόρδη και στη συνέχεια εργάστηκε για έξι χρόνια με ανθρώπους με ειδικές σωματικές και πνευματικές ικανότητες. Δίδαξε δημιουργική γραφή και έγραψε αρκετά εικονογραφημένα βιβλία για μικρά παιδιά. Το όνειρό του, όμως, ήταν να γράψει ένα μυθιστόρημα για ενηλίκους. Και κατάφερε πολύ περισσότερα: έγραψε το ΠΟΙΟΣ ΣΚΟΤΩΣΕ ΤΟ ΣΚΥΛΟ ΤΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ, ένα μυθιστόρημα για όλες τις ηλικίες, το οποίο έχει πουλήσει εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως και σάρωσε κυριολεκτικά τα βραβεία. Απέσπασε δύο βραβεία Whitbread καθώς και τα First Booktrust Teenage Prize, Guardian Children's Fiction Prize, W H Smith Children's Book of the Year, Waterstone's Literary Fiction Award, Commonwealth Writers Prize Best First Book, ενώ ήταν υποψήφιο για το Booker 2003. Τέλος, η Warner Bros έχει αναλάβει την κινηματογραφική διασκευή του. Το μυθιστόρημα ΣΤΗΝ ΚΟΨΗ ΤΟΥ ΨΑΛΙΔΙΟΥ ήταν υποψήφιο για το Βραβείο Costa Novel 2006 (πρώην Whitbread). Σήμερα ο Μαρκ Χάντον ζει στην Οξφόρδη με τη γυναίκα του, το γιο τους και τη γάτα τους.

 

Οι εντυπώσεις μου από το βιβλίο:

Το βιβλίο “Ποιος σκότωσε τον σκύλο τα μεσάνυχτα” μετά την ανάγνωση του έγινε ένα από τα αγαπημένα μου καθώς συνεχώς έχεις αγωνία για το τι θα γίνει στη συνέχεια αλλά και αν ο πρωταγωνιστής θα καταφέρει να επιβιώσει από τις δυσκολίες που του φέρνει η ζωή. Δεν σε κουράζει και είναι ένα βιβλίο που αγγίζει όλες τις ηλικίες. Επίσης, μέσα από το βιβλίο κανείς μπορεί να καταλάβει πώς μπορεί να σκέφτεται ένα παιδί με αυτισμό και να μπει στο μυαλό του έστω και για λίγο. Επιπλέον, μέσα από την περιγραφή αυτού του εφήβου ο αναγνώστης ευαισθητοποιείται για το θέμα του αυτισμού. Είναι ένα ιδιαίτερο βιβλίο που σε πολλά σημεία σε συγκινεί αλλά και σε κάνει να βιώσεις τα συναισθήματα του Κρίστοφερ.

 


Η Αλεξάνδρα διάβασε και παρουσιάζει

 

ΠΑΝΧΕΛΩΝΙΑΚΟΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΛΑΓΟΥΔΕΝΙΑΣ ΛΑΙΛΑΠΑΣ

Συγγραφέας: Ευγένιος Τριβιζάς

Εικονογράφηση: Ράνια Βαρβάκη

 

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν δύο ομάδες ποδοσφαίρου . Η μια από αυτές η Λαγουδένια Λαίλαπα ήταν πρωταθλήτρια ομάδα στο ποδόσφαιρο διότι όλα τα μέλη της ήταν λαγοί , δηλαδή ένα από τα πιο γρήγορα ζώα . Κάποια μέρα τους έφερε ο προπονητής τους ένα γράμμα που τους καλούσε να παίξουν με την ομάδα του Πανχελωνιακού. Ο Πανχελωνιακός ήταν μια ομάδα που αποτελούταν μόνο από χελώνες , δηλαδή ένα από τα ποιο αργά ζώα του κόσμου.

Η ομάδα της Λαγουδένιας Λαίλαπας δεν έκανε καθόλου προπόνηση γιατί θεωρούσε πως θα έπαιζαν με μια ομάδα που θα την νικούσαν εύκολα. Κι έτσι παράκουσαν τον προπονητή τους και άρχισαν να βγαίνουν να πίνουν και να διασκεδάζουν . Σαν να μην έφταναν όλα αυτά ξεκίνησαν να τσακώνονται γα τις θαυμάστριές τους και αντί να συνεργαστούν έβαζαν τρικλοποδιές ο ένας στον άλλον. 


Αντίθετα η ομάδα των χελωνών είχε αγχωθεί πολύ διότι ήξεραν πως δεν είχαν και πολλές πιθανότητες να νικήσουν . Δεν τα παράτησαν όμως συνέχισαν την προσπάθεια  και βελτιώθηκαν αρκετά.

Όπως όλοι καταλάβαμε νικητής στο τέλος δεν είναι αυτός που έχει καλύτερες επιδόσεις αλλά αυτός που συνεχίζει την προσπάθεια και τελικά τα καταφέρνει!!!



 

Η Άντρια διάβασε και παρουσιάζει

 

ΤΕΛΕΙΑ

ΡΟΝΤΥ ΝΤΟΥΛ

 


ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

Σε μια γειτονιά του Δουβλίνου ζει μια οικογένεια. Σε αυτή την οικογένεια παρουσιάζονται περίεργα ... πράγματα στην καθημερινότητα τους. Για παράδειγμα, κάθε βράδυ οι γονείς μαζί με τη γιαγιά συγκεντρώνονται και συζητάνε για διάφορα θέματα. Βέβαια τα παιδιά πέφτουν για ύπνο νωρίς αλλά τους κατασκοπεύουν κάθε βράδυ. Όπως μιλάνε σταματάνε την συζήτηση … λες και τους έπιασε κατάθλιψη. Τα παιδιά το ονόμαζαν το ΣΚΥΛΙ ΤΗΣ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗΣ

 

ΤΟΠΟΣ

Η ιστορία διαδραματίζεται στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας σε μια γειτονιά όπου κάτι περίεργο συμβαίνει…

 

ΠΡΟΣΩΠΑ

ΓΛΟΡΙΑ ΚΕΛΛΥ

Ένα  κοριτσάκι ,δεν φαίνεται η ηλικία αλλά κάπου στα τέλη του δημοτικού, πολύ πονηρό και έχοντας πάντα την περιέργεια για το τι κουβεντιάζουν οι μεγάλοι κάθε βράδυ…

ΡΕΥΝΤΜΟΝΤ

Ο μεγάλος αδερφός της Γκλόρια…  Έξυπνος, πειθαρχημένος, έτοιμος να τα αντιμετωπίσει όλα και κατά την γνώμη μου ο καλύτερος αδερφός…

ΠΑΤ

Ο μπαμπάς της Γκλόρια και του Ρέυντμοντ. Αυστηρός, καθόλου παιχνιδιάρης ,όμως όχι ξινός, αλλά και ο πιο προστατευτικός πατέρας…

ΟΥΝΑ

Η μητέρα των παιδιών. Πολύ παιχνιδιάρα, με πολλές ώρες δουλειάς , αλλά πάντα κάνει το καλύτερο για τα παιδιά της, σαν σωστή μητέρα…

Η ΓΙΑΓΙΑ

Το βιβλίο δεν αναφέρει το όνομα της γιαγιάς. Θα έλεγα ότι μοιάζει με τον πατέρα…

ΜΠΕΝ

Ο Μπεν ήταν ο θείος των παιδιών … Μετακομίζει στο σπίτι των παιδιών για κάποιο καιρό. Πολύ cool θείος όπως μας τον περιγράφει το βιβλίο είναι σε μικρότερη ηλικία. Έχει καλά σχετικά με όλους!

ΕΡΝΙ

Το παιδί βρικόλακας!!!  Μπορεί και κρέμεται από κλαδιά δένδρων…   πολύ περίεργο ε;  Θα μπορούσα να τον χαρακτηρίσω και ακροβάτη…

 

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ



Ο Ρόντυ Ντόυλ γεννήθηκε στις 8 Μαΐου του 1958 στο Ντόλκει της Ιρλανδίας. Τώρα είναι  61 ετών.  Έχει γράψει αρκετά βιβλία όπως, Το βαν, Η γυναίκα που περπάτησε μέσα από τις πόρτες, Το χαμόγελο, Πάμε πάλι στον ίδιο σκοπό, Όχι μόνο για τα Χριστούγεννα, Ο πόλεμος, Μιλώντας με τον άγγελο και βεβαίως αυτό που διάβασα, το ΤΕΛΕΙΑ.

 

ΤΙ ΔΕΝ ΘΑ ΞΕΧΑΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Από το βιβλίο δεν θα ξεχάσω τον τρόπο που διηγιόταν ο συγγραφέας τα γεγονότα. Με τόσο απλό τρόπο (βέβαια να μην ξεχάσω ότι είναι μεταφρασμένο) που τα καταλάβαινες ΟΛΑ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αύγουστος: Η λέσχη ανάγνωσης προτείνει τα βιβλία του μήνα

    ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ Τάνκα*  36 ΣΤΕΛΛΑ ΠΕΤΡΙΔΟΥ   Στη θάλασσά μας   οι αχτίδες της νιότης   τρεμοπαίζανε.   Το νερό χρυσάφιζε.   Η αγάπη άνθιζε.   ...