Και ένα βιβλίο που δεν προλάβαμε να παρουσιάσουμε στη λέσχη
« Ο Κίτρινος Φάκελος», Μ. Καραγάτσης

"Αν ο φίλος σας δολοφονήθηκε με γεια και χαρά του δολοφόνου! Έκανε δουλειά αριστοτεχνική. Τόσο αριστοτεχνική που, παρ' όλες τις δικαιολογημένες αμφιβολίες μας, είμαστε υποχρεωμένοι να παραδεχτούμε την άποψη της αυτοκτονίας. Να, ο λόγος που δεν τόλμησα να εκμυστηρευθώ στον εισαγγελέα τις υποψίες μου, για να διαταχθεί τακτική ανάκριση. Κίνδυνος ήταν να γελοιοποιηθώ, να χαντακώσω τη σταδιοδρομία μου, έτσι γυμνός που ήμουν από στοιχεία... Η αρμοδιότητά μου σαν αστυνομικού σταματάει εδώ, κι αρχίζει η δική σας, σαν μυθιστοριογράφου. Γιατί δεν γράφετε ένα μυθιστόρημα;"
Στην εφηβεία είχα ερωτική σχέση με τον Καραγάτση- λάτρευα τα βιβλία του, τα διάβαζα και τα ξαναδιάβαζα. Ανάμεσα στους κλασικούς, στα βιβλία φαντασίας και τρόμου, σε όλον αυτόν τον αχταρμά που ήταν τα εφηβικά μου αναγνώσματα, ο Καραγάτσης ξεχώριζε πάντα. Έκτοτε δεν τον είχα ξαναπιάσει. Ίσως γιατί ήξερα τα βιβλία του απέξω πια. Ή γιατί έλεγα με ύφος γεμάτο τουπέ πως «τον έχω ξεπεράσει». [Θα παρατηρήσατε την ερωτική ορολογία, αυτό δεν αλλάζει, πάντα με τέτοιους όρους θα τον σκέφτομαι].
Ξαναδιάβασα τον Κίτρινο φάκελο για τις ανάγκες της Λέσχης Ανάγνωσης του Booktalks. Βυθίστηκα στο εμμονικό δίχτυ που στήνει ο Μάνος Τασάκος για τους συμπρωταγωνιστές του, μπήκα στον άρρωστο ψυχισμό του διάσημου συγγραφέα Κωστή Ρούση, στη διαστροφική και φλογερή καρδιά της Μαρίας, θυμήθηκα τι αριστοτέχνης της περιγραφής είναι ο Καραγάτσης, πόσο έξοχος ψυχογράφος. Ένας μάγος της αφήγησης.
Ο Κίτρινος φάκελος ξεκινά ως αστυνομικό μυθιστόρημα- ένας άντρας, ο Μάνος Τασάκος, γνωστός λογοτέχνης και δικηγόρος, βρίσκεται νεκρός. Στα χαρτιά του αφήνει σημείωμα αυτοκτονίας, όμως το σκηνικό δεν συνάδει με μια τέτοια κατάσταση. Η αστυνομία κλείνει την υπόθεση. Αρκετά χρόνια μετά, ο φίλος του και συνάδελφος Μ. Καραγάτσης συναντά στον τάφο του μια γυναίκα. Εκείνη, θα του δώσει τον κίτρινο φάκελο, που έχει τα στοιχεία για το τελευταίο μυθιστόρημα του Τασάκου και τον θάνατό του.
Ο Μάνος Τασάκος είναι στενός φίλος του νομπελίστα Κωστή Ρούση- ενός υποχόνδριου που αρνείται να δει το φως της μέρας, έχει παθολογική αγάπη στον ανεπρόκοπο ανιψιό του Νίκο και είναι μεγαλοφυής. Ο Τασάκος καταφέρνει να μπει στο πολύ κλειστό σαλόνι του Ρούση, κάνοντας τα γλυκά μάτια στην σταφιδιασμένη υπηρέτρια του, την Κατερίνα. Ο Ρούσης έχει έξη από την Κατερίνα, γιατί τρέφει την οπιομανία του.
Εκεί ο Τασάκος με τα χρόνια εδραιώνεται, γίνεται μέλος της οικογένειας σχεδόν και συλλαμβάνει ένα σχέδιο: να κινήσει αυτός τα νήματα, να στήσει ένα μυθιστόρημα στην πράξη. Στα δίχτυά του πλέκει τον ανιψιό του Ρούση, Νίκο, τη νεαρή Μαρία που τραβολογιέται με τον Νίκο στα παγκάκια του Ζαππείου για μια δεκαετία, αλλά και τον χαμένο γιο του Ρούση, χωροφύλακα Μίλτο.
Όμως ο Τασάκος υπολογίζει χωρίς τον ξενοδόχο, μια γυναίκα που αποδεικνύεται ίση του στην περιπέτεια της ζωής, τη Μαρία. Μεταξύ τους θα υπάρξει ένας παθιασμένος έρωτας, καταραμένος και τελικά μακάβριος. Οι δολοπλοκίες του Τασάκου θα καταλήξουν σε έναν περίεργο και ανίερο γάμο, θα βγάλουν τον Κωστή από την μιζέρια του, θα καταστρέψουν τον Νίκο, θα οδηγήσουν τον Μίλτο στην απόλυτη επιτυχία και τον ίδιο στο θάνατο.
Ο Μάνος Τασάκος, εμβληματικός χαρακτήρας, αλαζόνας και υπερόπτης, ένας μικρός Νιτσεϊκός θεός, είναι στην ουσία όλα όσα ονειρεύτηκε κάθε συγγραφέας για τον ήρωα του. Είναι συγγραφέας επί του πεδίου, πανίσχυρος, διαπράττει ύβρη και τελικά πέφτει. Με πάταγο.
Όμως πέρα από τον Μάνο, η Μαρία είναι ηρωίδα εξίσου ενδιαφέρουσα και δυνατή. Είναι η θηλυκή εκδοχή του, με όλα της τα πάθη, αλλά και το ηθικό ανάστημα να βρεθεί απέναντι του, στο πλάι του και στο κρεβάτι του. Η απόδειξη πως ο Καραγάτσης, αν και λεκτικά είναι μισογύνης, στην πράξη λατρεύει τις γυναίκες.
Ο Κίτρινος φάκελος έχει πολλά μεταμοντέρνα στοιχεία, είναι ένα μυθιστόρημα σαφώς επηρεασμένο από τον νατουραλισμό, αλλά αυτό που το ξεχωρίζει δεν είναι ούτε το αφηγηματικό κόλπο του φακέλου, ούτε καν η ίδια η ιστορία με τη γεμάτη εντάσεις πλοκή. Είναι οι χαρακτήρες. Αυτούς θυμάσαι, με αυτούς ταυτίζεσαι, αυτούς θέλεις να ταρακουνήσεις όσο κάνουν τα λάθη τους και παραδίδονται στα πάθη τους.
Αν κάτι έχει κανείς να προσάψει στο μυθιστόρημα, είναι πως αγνοεί τελείως το πολιτικό και ιστορικό γίγνεσθαι της εποχής. Αριστερός δεν υπάρχει ούτε για δείγμα, ενώ ο πιο στιβαρός ήρωας είναι ο Μίλτος, ένας φτωχός που κατάφερε να γίνει βιομήχανος και να φέρει την ανάπτυξη. Όμως το να χρεώσει κανείς στον κάθε συγγραφέα τις πολιτικές του πεποιθήσεις, είναι άτοπο και άκομψο. Ναι, ο Καραγάτσης ήταν δεξιός, όχι, στα βιβλία του δεν ασχολείται με την πολιτική κατάσταση. Δεν ξέρω αν θα είχε σημασία να το κάνει, αν τώρα τα μυθιστορήματά του θα είχαν περιπέσει στη λήθη αν ακολουθούσαν το ισχυρό πολιτικό φόντο. Ξέρω πως ο Καραγάτσης διαβάζεται με μεγάλη ευχαρίστηση ακόμα και σήμερα. Και ο Κίτρινος φάκελος είναι σίγουρα ένα από τα σπουδαιότερα έργα του, ένα από αυτά τα μυθιστορήματα που σου θυμίζουν τη χαρά της λογοτεχνίας. Κατερίνα Μαλακατέ
https://diavazontas.blogspot.com/2016/11/kitrinos-fakelos-karagatsis.html
Πάρτε και μια ιδέα για απόπειρες δημιουργικής γραφής:
ΙσΤοΛέΣχΗ ΑνΑγΝωΣηΣ-"Ο κίτρινος φάκελλος"
Φανταστική αποκλειστική συνέντευξη με τον Μάνο Τασάκο, πρωταγωνιστή του “Κίτρινου φακέλλου”
(Π.Φ. : Πατριάρχης Φώτιος, Μ.Τ. Μάνος Τασάκος)
Φ.Π.: Σας ευχαριστώ που δεχτήκατε να διευκρινίσετε ορισμένα πράγματα για τον “Κίτρινο φάκελλο”. Και πρώτα πρώτα πείτε μου λίγα λόγια από το βιογραφικό σας.
Μ.Τ.: Γεννήθηκα στην Αερόπολη το 1905. Ο πατέρας μου, εύπορος κτηματίας, μου έδωσε όλα τα μέσα για να σπουδάσω και να σταδιοδρομήσω χωρίς δυσκολίες. Το 1917 μαζί με τους γονείς μου εγκαταστάθηκα στην Αθήνα. Σπούδασα νομικά, γιατί ένιωθα ισχυρή κλίση για αυτό το επάγγελμα.
Φ.Π.: Πότε σκοτωθήκατε;
Μ.Τ.: Σκοτώθηκα στις 5 Μαΐου 1938.
Φ.Π.: Πότε ξεκινάει η συγγραφική σας καριέρα;
Μ.Τ.: Πρώτο μου έργο η “Κουφόβραση” στα 1928, το οποίο έγινε δεκτό από την κριτική και εκτιμήθηκε από το κοινό. Αντίθετα, τα επόμενα βιβλία μου έγιναν δεκτά με δυσμενείς κριτικές, κυρίως γιατί δεν ανήκαν στις γνωστές σχολές.
Φ.Π.: Πείτε μας λίγο για τις προθέσεις σας όσον αφορά στο μυθιστόρημα “Θέσεις και αντιθέσεις”.
Μ.Τ.: Πρώτ’ απ’ όλα, ξεκίνησε ως δύο μυθιστορήματα που θα πλαισίωναν το ήδη γραμμένο «Κάτοχοι», ύστερα από παρότρυνση του μέντορά μου Κωστή Ρούση. Όταν αποδέχτηκα την πρότασή του, έψαξα να βρω ποια θα είναι η θέση και ποια η αντίθεση στα δύο αυτά έργα. Αντί να καταφύγω στις δύο γνωστές μεθόδους, επαγωγική και παραγωγική, προτίμησα να πειραματιστώ με μία τρίτη, τη διαλεκτική ή θεατρική.
Φ.Π.: Σε τι συνίσταται αυτή;
Μ.Τ.: Η πειραματική αυτή μέθοδος στηρίζεται στην επαλήθευση μιας θέσης μέσα στη ζωή. Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, συνέλαβα την ιδέα ότι οι κοινωνικές συμβάσεις και οι λοιπές σχέσεις εύκολα παραγκωνίζονται όταν αναδυθεί το υλικό συμφέρον ως πρώτιστη δύναμη δράσης.
Π.Φ.: Δεν είναι άποψη του Ιστορικού Υλισμού αυτό;
Μ.Τ.: Δεν πιστεύω να ενοχλείστε από τέτοιες θεωρίες; Άλλωστε, στο έργο μου υπάρχουν πολύ πιο amoral ιδέες, όπως η λιμπιντική θεωρία του Φρόιντ ή ο υπεράνθρωπος του Νίτσε…
Π.Φ.: Όχι, φίλε μου. Μέσα στο μυθοπλαστικό σας πλαίσιο δένουν μια χαρά. Αλλά συνεχίστε.
Μ.Τ.: Αντί, λοιπόν, να την πραγματευτώ θεωρητικά, προσπάθησα να την ελέγξω στην πράξη. Δούλεψα με πλάνο πάνω στον Κωστή Ρούση, τον ανιψιό του Νίκο, την «αρραβωνιαστικιά» του τελευταίου Μαρία Πετροπούλου, τον πατέρα της και φυσικά στον νόθο γιο του Κωστή, Μιλτιάδη Ρούση. Τους κατηύθυνα (συγγνώμη για την ελαφρά καθαρεύουσα), τους οδήγησα στο να ανακαλύψουν το συμφέρον τους και να παραμερίσουν τις αναστολές των μεταξύ τους σχέσεων…
Π.Φ.: 100% αμοράλ…
Μ.Τ.: Εγώ θα έλεγα ιδεολόγος!
Π.Φ.: Αγάπησες πραγματικά κανέναν από τους «ήρωές» σου;
Μ.Τ.: Δεν ξέρω. Ειλικρινά δεν ξέρω…
Π.Φ.: Ίσως τη Μαρία Πετροπούλου;
Μ.Τ.: Το ότι την κάλυψα κι, ενώ με σκότωσε, προσπάθησα να παρουσιάσω την πράξη της σαν αυτοκτονία δική μου αυτό δείχνει… Αλλά πάλι δεν ξέρω…
Π.Φ.: Η ίδια σε θεωρεί δαίμονα (που όμως αγάπησε) σε αντίθεση με τον Κωστή, τον οποίο αποκαλεί αρχάγγελο.
Μ.Τ.: Για μένα ας μιλήσει το κοινό. Πάντως ο Ρούσης ήταν εγκλωβισμένος σε μια υποβολιμαία αυτοαπαξίωση. Μόλις η Μαρία τον έβγαλε από αυτήν σταμάτησε ο μισανθρωπισμός του και ίσως εντέλει αποκάλυψε την ανιδιοτελή φύση του…
Π.Φ.: Μια και μίλησες για ανιδιοτέλεια, τελικά αποδείχτηκε ή όχι η θέση σου;
Μ.Τ.: Το κέρδος δεν είναι να αποδειχθεί ή όχι. Το κέρδος είναι να δω πώς θα αντιδράσουν οι εμπλεκόμενοι…
Π.Φ.: Και;
Μ.Τ.: Κατά πάσα πιθανότητα το συμφέρον λειτούργησε μόνο ως το μέσο για να βρουν τον εαυτό τους, έναν εαυτό που δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το χρήμα. Συνέβη στον Κωστή, στον Μίλτο, ακόμα και στη Μαρία, η οποία έδειχνε η πιο στυγνή εκμεταλλεύτρια των ευκαιριών που θα της παρουσιαζόντουσαν.
Π.Φ.: Διάβασες το βιβλίο του Καραγάτση;
Μ.Τ.: Ναι, ένα βράδυ που το φάσμα μου περιδιάβαινε τη βιβλιοθήκη, το πήρα στα χέρια μου (τρόπος του λέγειν) και το διάβασα.
Π.Φ.: Πώς σου φάνηκε;
Μ.Τ.: Τι θέλεις τώρα, να επαινέσω τον εαυτό μου. Αφού ξέρεις καλά πως εγώ το έστησα κι ο Καραγάτσης απλώς το μετέτρεψε σε κείμενο.
Π.Φ.: Σε ικανοποιεί το αποτέλεσμα;
Μ.Τ.: Οι κριτικοί το αντιμετώπισαν σαν ένα από τα καλύτερα έργα του. Συνδυάζει αστυνομικό δαιμόνιο και ψυχαναλυτικές προεκτάσεις, δράση και διαλόγους, εύπεπτη γραφή και συνεχείς συγκρούσεις… Παρόλο που με τον Καραγάτση δεν μας συνδέουν πολλά κοινά στοιχεία της τέχνης μας, τον εμπιστεύτηκα πρώτον γιατί δεν είχε εμπλακεί ως τότε και δεύτερον επειδή πιστεύω στο ταλέντο του.
Π.Φ.: Σε ξάφνιασε καθόλου;
Μ.Τ.: Ομολογώ πως δεν περίμενα να το κάνει αυτοαναφορικό· να παρουσιάσει δηλαδή μαζί με την υπόθεση και τη διαδικασία γραφής του. Έγινε πολύ πρωτοποριακό έτσι.
Π.Φ.: Τι θα άλλαζες αν το έγραφες εσύ;
Μ.Τ.: Θα μίκρυνα ορισμένα κεφάλαια με ατελείωτες αναλύσεις (κυρίως οικονομικές)… θα το έκανα πιο σπιντάτο· έτσι δεν το λένε πια σήμερα;
Π.Φ.: Σ’ ευχαριστώ θερμά για την κουβεντούλα.
Μ.Τ.: Εγώ που με ξαναέφερες στη ζωή. Π.Φ.: Γιατί εγώ είμαι εν ζωή νομίζεις; Χα.χα.χα!
Πατριάρχης Φώτιος
https://vivliocafe.blogspot.com/2008/05/blog-post_05.html

Επειδή διαβάζοντας βιβλιοπαρουσιάσεις και παρουσιάσεις συγγραφέων από άλλους
γινόμαστε και εμείς καλύτεροι στις δικές μας απόπειρες, διαβάστε και τα παρακάτω:
Άβολος και εμπρηστικός ως το ιωβηλαίο του
Για τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του Μ. Καραγάτση
Κ οντά μισό αιώνα μετά τον θάνατό του, ο Καραγάτσης εξακολουθεί να διαβάζεται όσο κανένας άλλος πεζογράφος της γενιάς του ΄30. Γεγονός τόσο πρόδηλο όσο εύκολη είναι μια πρώτη εξήγησή του: ο Καραγάτσης είναι ένας συγγραφέας με οργιώδη μυθοπλαστική φαντασία, δυνατούς χαρακτήρες, μεγάλη ζωντάνια λόγου και, παρότι έντονα, θα μπορούσα να πω: σπαρακτικά, προβληματισμένος, μεταξύ άλλων και για τη φύση της λογοτεχνικής γραφής, με πλήρη αδιαφορία για τη διάκριση ανάμεσα σε «υψηλή» (λόγια) και «λαϊκή» λογοτεχνία- κάτι που μερικοί κριτικοί δεν μπορούν ακόμα και σήμερα να του συγχωρήσουν.
Αν θέλουμε να το ψάξουμε λίγο περισσότερο, ο Καραγάτσης είναι ο πιο αστικός συγγραφέας της εποχής του. Σε αντίθεση με τις παλιομοδίτικες μεγαλοαστικές σάγκα του Πετσάλη-Διομήδη, τον χλιαρό ουμανισμό του Τερζάκη, τα ιδεοκρατικά μυθιστορήματα του Θεοτοκά, ο Καραγάτσης κοίταξε κατάματα τις δυνάμεις του αστικού μετασχηματισμού της ελληνικής κοινωνίας, τις αποδέχτηκε, με όλα τα θετικά και τα αρνητικά τους, και τις έκανε το κατ΄ εξοχήν υλικό της μυθιστορηματικής έμπνευσής του (ενώ ο Θεοτοκάς, για παράδειγμα, θαμπώθηκε από τις εξωτερικές πλευρές τους). Αυτή η ικανότητα του Καραγάτση να παρακολουθεί τη δυναμική των καινούργιων κοινωνικών σχέσεων είναι που κάνει τα μυθιστορήματά του να φαίνονται και σήμερα μοντέρνα, παρόλο που η βιοθεωρία του και οι ρωμαλέοι, προμηθεϊκοί χαρακτήρες του είναι μάλλον ξεπερασμένοι.
Eπικρίθηκε ως βερμπαλιστής. Κατηγορία ολότελα άδικη, αν όχι παράλογη, για όποιον διαβάζει τα βιβλία του και δεν τα φυλλομετράει απλώς. Οι λέξεις στον Καραγάτση δεν είναι πλουμίδια και παραγεμίσματα των ιδεών του. Είναι στερεά υλικά που αποσπά η χειμαρρώδης ροή της συγγραφικής σκέψης του από όλα τα κοιτάσματα της γλώσσας. Δεν υποκαθιστούν την ουσία, την πολιορκούν για να την αποφλοιώσουν.
Κατηγορήθηκε επίσης- και εξακολουθεί να κατηγορείται από ορισμένες πλευρές- ως σεξιστής και μισογύνης. Πρόκειται για τερατώδη παρανόηση, που μόνο σ΄ έναν πολιτικά ορθό φεμινιστικό πουριτανισμό μπορεί να αποδοθεί. Ο Καραγάτσης τρέφει βαθύτατο θαυμασμό, αν όχι δέος για τη γυναίκα. Τη θεωρεί, ίσως υπερεξιδανικεύοντάς τη, το καλύτερο μισό του ανθρώπου. Μπορεί οι δαιμονικοί ανδρικοί χαρακτήρες του να εντυπωσιάζουν με την προσωπικότητά τους, αλλά στο τέλος καταβαραθρώνονται από τα πάθη τους και τις εμμονές τους, ενώ οι γυναίκες, αν και λιγότερο φανταχτερές ως μυθιστορηματικά πρόσωπα, έχουν μια φυσική σοφία, που εκφράζεται άλλοτε ως προσαρμοστικότητα και ικανότητα επιβίωσης, άλλοτε ως αίσθημα ευθύνης για τα αγαπημένα τους πρόσωπα, άλλοτε ως ανώτερη μορφή δικαιοσύνης και πάντοτε ως υπαγωγή της σεξουαλικότητάς τους σε μια ευρύτερη στρατηγική πόρευσης στην κοινωνία. Ασφαλώς ο Καραγάτσης δεν είναι τροβαδούρος του ρομαντικού έρωτα ούτε σύμβουλος ευτυχίας των ζευγαριών. Γι΄ αυτόν, ο έρωτας είναι πόλεμος, όπου ο άνδρας επιδιώκει την κατάκτηση και την κυριαρχία πάνω στο αντικείμενο του πόθου του, η γυναίκα την ασφάλεια, τη σταθερότητα και την κοινωνική άνοδο. Στο ζήτημα των σχέσεων ανάμεσα στα δύο φύλα ο Καραγάτσης είναι απελπισμένα νατουραλιστής απελπισμένα, επειδή ο βαθύς συναισθηματισμός του φαίνεται να τον σπρώχνει προς μια περισσότερο ιδεαλιστική θεώρηση, αλλά η παρατήρηση και η πείρα τού υποδεικνύουν κάτι διαφορετικό.
Aυτός ο διχασμός της συνείδησής του αποτυπώνεται με αυτοκριτικό τρόπο στον Κίτρινο φάκελο, κατά τη γνώμη μου το αριστούργημά του και ένα από τα καλύτερα ελληνικά μυθιστορήματα που γράφτηκαν ποτέ, σίγουρα πάντως ένα από τα πιο πολυπρισματικά. Σ΄ αυτό, ο σχεδόν πενηντάρης πια Καραγάτσης σαρκάζει τον ίδιο τον νατουραλισμό και τον κοινωνικό ντετερμινισμό του, λύνοντας τελικά το δίλημμα υπέρ του απρόβλεπτου της ανθρώπινης συμπεριφοράς και της συνισταμένης των κινήτρων της. Όπου το ανθρώπινο στοιχείο, σε αυτή την εκδοχή του, αντιπροσωπεύεται φυσικά από μια γυναίκα! Ο κεντρικός χαρακτήρας του μυθιστορήματος, ο ιδιοφυής, πληθωρικός, συναισθηματικά ακόρεστος συγγραφέας Μάνος Τασάκος (που έχει πολλά κοινά με τον ίδιο τον Καραγάτση), συλλαμβάνει ένα «μυθιστορηματικό πείραμα» για να επαληθεύσει τη θεωρία του ότι το υλικό συμφέρον δεν είναι δυνατόν παρά να διαλύσει ερωτικούς και οικογενειακούς δεσμούς, όταν συγκρουστεί μαζί τους. Αρχίζει, λοιπόν, να χρησιμοποιεί πρόσωπα του κύκλου του εν αγνοία τους ως πειραματόζωα, κινώντας τα νήματα έτσι ώστε να τα οδηγήσει στις αντιδράσεις που έχει προβλέψει. Όλα φαίνεται να εξελίσσονται σύμφωνα με την υπόθεση εργασίας του Τασάκου, ώσπου η γυναίκα-κλειδί στο σχέδιό του λειτουργεί ξαφνικά εντελώς αντίθετα με το σενάριο και διαψεύδει τη θεωρία, δείχνοντας ανώτερο ήθος και ποιότητα αισθημάτων.
Ο «αμοραλισμός» του Καραγάτση (πολλοί δεξιοί και αριστεροί ηθικολόγοι τον κατηγόρησαν και για χυδαιότητα) μόνο μέσα σε εισαγωγικά μπορεί να νοηθεί. Ο πραγματικός αμοραλιστής έχει μόνο μία θρησκεία, τον ηδονισμό. Και ο Καραγάτσης κάθε άλλο παρά ηδονιστής είναι! Το πιστεύω του είναι η αστική δημιουργία, προπαντός με τη μορφή της βιομηχανικής προόδου, που επιτυγχάνεται στα μυθιστορήματά του μέσα από την τελική ήττα των πρωταγωνιστών της σε ανθρώπινο επίπεδο, την αποτυχία τους να γνωρίσουν την ψυχική πλήρωση με την πραγματοποίηση των βαθύτερων επιθυμιών τους, αλλά είναι η ίδια ένα έργο με διάρκεια και εμβέλεια, που υπερβαίνει τους δημιουργούς του. Αυτή η απαισιόδοξα αισιόδοξη ματιά του Καραγάτση στην πορεία της ελληνικής κοινωνίας είναι που δίνει υπαρξιακό βάθος και λογοτεχνική ένταση στο κοινωνικό όραμά του, όπως εκφράζεται στα βιβλία του. Γιατί η ακραιφνής αστική αισιοδοξία δεν γέννησε ποτέ μεγάλα μυθιστορήματα παρά μόνο σπουδαίες σάτιρες...
https://www.tanea.gr/2008/04/19/lifearts/by-the-book/abolos-kai-empristikos-ws-to-iwbilaio-toy/

Γιατί ο Μ. Καραγάτσης ήταν ένας "κακός λογοτέχνης"
και πώς αυτό ήταν στ' αλήθεια καλό
Ο Χρήστος Χωμενίδης γράφει για το πέρασμα του Μ. Καραγάτση που έζησε σχεδόν μόνο 50 χρόνια
LIFOTEAM 22.11.2014 | 10:00 Πηγή: www.lifo.gr
«Ο καλός λογοτέχνης μας παρουσιάζει όπως θέλουμε να είμαστε. Εκείνος που τολμάει να μας παρουσιάζει όπως είμαστε είναι κακός λογοτέχνης. Ιδού λοιπόν, αγαπητοί μου, γιατί είμαι ένας κακός λογοτέχνης.»
Έτσι δηλώνει ο Μ. Καραγάτσης σε μια από τις ελάχιστες – αν όχι την μοναδική ηχογραφήση που έκανε για το ραδιόφωνο. Η φωνή του, αρρενωπή και κρυστάλλινη, το ύφος του παιγνιώδες και προκλητικό. Δεν φοβόταν ούτε φειδόταν ο Καραγάτσης τις προκλήσεις. Το σχεδίασμα της αυτοβιογραφίας του καταλήγει ως εξής: «...Δεν επείραξα ποτέ συνάδελφο και είμαι συμπαθέστατος στους λογοτεχνικούς κύκλους. Αυτό θα αποδειχθεί στην κηδεία μου όπου θα έρθει κόσμος και κοσμάκης να πεισθεί ίδιοις όμμασι ότι πέθανα, ότι θάφτηκα, ότι πήγα στο διάολο....».
Εάν ενδιαφέρεται κανείς να καταλάβει πώς λειτουργούσε η Ελλάδα κατά τον Μεσοπόλεμο –πως λειτουργεί ακόμα και στις μέρες μας-, δεν έχει παρά να διαβάσει την τριλογία του Καραγάτση «Εγκλιματισμός κάτω απ'τον Φοίβο», η οποία ξεκινάει με τον «Συνταγματάρχη Λιάπκιν», συνεχίζεται με την «Μεγάλη Χίμαιρα» και ολοκληρώνεται με τον «Γιούγκερμαν».
Μπορεί οι εγκωμιαστικές νεκρολογίες που δημοσιεύθηκαν στις 14 Σεπτεμβρίου 1960 στις εφημερίδες εκ πρώτης όψεως να διέψευδαν την πρόβλεψή του. Δεν θα ένοιωσε ωστόσο –λέτε- λίγη χαιρεκακία για τον θάνατό του ο «πνευματικός» εκείνος «άνθρωπος» τον οποίον ο Καραγάτσης είχε πετύχει σε έναν κινηματογράφο και τον είχε πλακώσει στο ξύλο, εν μέρει επειδή βυσσοδομούσε συστηματικά εναντίον του –όπως και εναντίον του Σικελιανού και του Καζαντζάκη-, εν μέρει επειδή είχε καταφέρει να ξεπλύνει στο πι και φι την επί Κατοχής φιλογερμανική του στάση; Δεν θα ανέπνευσαν ανακουφισμένοι όλοι εκείνοι οι ηθοποιοί και σκηνοθέτες που διάβαζαν τις βιτριολικές θεατρικές του κριτικές; (Άλλοτε θαυμαστά εύστοχος και διεισδυτικός ως αποτιμητής παραστάσεων, κάποτε άστοχος, ο Καραγάτσης σίγουρα πάντως δεν υποκλινόταν σε «ιερά τέρατα» και σε καλλιτεχνικά κατεστημένα...) Δεν θα απελευθερώθηκαν από το βάρος του ταλέντου του ως μέτρου σύγκρισης οι συνάδελφοι του πεζογράφοι;
Εκείνο το ταλέντο, που μετουσιώθηκε σε έργο, αποτελούσε μάλλον την κύρια αιτία των μομφών εναντίον του. Πρώτος και μοναδικός ανάμεσα στους συγγραφείς της γενιάς του και των προηγούμενων –με την εξαίρεση του Κωνσταντίνου Θεοτόκη- ο Καραγάτσης κατόρθωσε να συλλάβει και να αποδώσει μυθιστορηματικά την όλη ελληνική κοινωνία. Με οξυδέρκεια και γλαφυρότητα σχεδόν ανεπανάληπτη. Δίχως ωραιοποίησεις και αγκυλώσεις, ιδεολογικές ή συναισθηματικές.
Εάν ενδιαφέρεται κανείς να καταλάβει πώς λειτουργούσε η Ελλάδα κατά τον Μεσοπόλεμο –πως λειτουργεί ακόμα και στις μέρες μας-, δεν έχει παρά να διαβάσει την τριλογία του Καραγάτση «Εγκλιματισμός κάτω απ' τον Φοίβο», η οποία ξεκινάει με τον «Συνταγματάρχη Λιάπκιν», συνεχίζεται με την «Μεγάλη Χίμαιρα» και ολοκληρώνεται με τον «Γιούγκερμαν».
Στον «Γιούγκερμαν» ειδικά, θα συναντήσει εξαιρετικά οικείες φυσιογνωμίες και φαινόμενα: Τυχοδιώκτες που εκτινάσσονται κοινωνικοοικονομικά πουλώντας φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Επιχειρηματίες, οι οποίοι επιδεικνύουν μια πλαστή χλιδή –πιθηκίζουν μανιωδώς ό,τι υπερπολυτελές έρχεται από τη Δύση- ενώ οι επιχειρήσεις τους βουλιάζουν, καταχρεωμένες στις τράπεζες. Ύστατη ελπίδα τους η διαπλοκή με τους δανειστές τους. Καλλιτέχνες που εκτονώνονται κανιβαλίζοντας όποιον βρεθεί στο δρόμο τους. Αναρριχόμενους κάθε λογής. Μικροαστούς που θυσιάζουν τα ευγενέστερα αισθήματα και τα πιο αγαπημένα πρόσωπά τους στο βωμό του καθωσπρεπισμού και των μικρών τους συμφερόντων...
Ο παραπάνω ζόφος θα προξενούσε αποστροφή στον αναγνώστη, εάν δεν συνυπήρχε στις σελίδες του Καραγάτση με τη χαρά και με το πάθος της ζωής. Εάν δεν ήταν κάθε του κείμενο ποτισμένο με όλους τους ανθρώπινους χυμούς. Εάν δεν εναλλάσσονταν οι ποταπότητες των ηρώων του με χειρονομίες και με στιγμές μεγαλειώδεις στην απλότητα τους. Ο Γιούγκερμαν τρώει με την Βούλα σε ένα ταβερνείο του Πειραιά και όλα –γύρω τους και μέσα τους- φαντάζουν παραδείσια. Η Έφη Μαρκοπούλου, φίλη της μοιραίας Ντάινας, δείχνει τι πάει να πει γυναικεία απελευθέρωση, πέρα από φεμινιστικά μανιφέστα και ναρκισισμούς. Ο Μιχάλης Καραμάνος υπερασπίζεται με νύχια και με δόντια τον έρωτά του με αντάλλαγμα την ολοκληρωτική καταστροφή του...
Μετά τον «Γιούγκερμαν» -που τον θεωρώ opus magnus και αποτελεί το αγαπημένο μου μυθιστόρημα- ο Καραγάτσης προχώρησε συγγραφικά επιλέγοντας την πιο ετερόκλητη θεματολογία: Στην τριλογία του για τα προεπαναστατικά χρόνια και την Ελληνική Επανάσταση, ανέτρεψε και απομυθοποίησε την παραδεδομένη εικόνα σχετικά με το 1821. Στον «Σέργιο και Βάκχο», συνέθεσε μια πικαρέσκα βιογραφία δυo ορθόδοξων αγίων ανά τους αιώνες και σκιαγράφησε παράλληλα, με τρόπο άκρως πνευματώδη, την ιστορία του Έθνους απ'το Βυζάντιο ίσαμε τις μέρες μας. Ο «Κίτρινος Φάκελος» είναι ένα ακόμα κοινωνικό ψηφιδωτό με αστυνομικό άλλοθι. Το «10» -παρθενικό στα καθ'ημάς δείγμα νεορεαλιστικής πεζογραφίας- άνοιξε το δρόμο για το «Τρίτο Στεφάνι» του Ταχτσή, για τα «Βαμμένα Κόκκινα Μαλλιά» του Μουρσελά, για τα έργα του Κουμανταρέα, του Σουρούνη και του Χαριτόπουλου.
Κατά τα πενήντα δύο χρόνια της ζωής του και τα εικοσιεπτά της συγγραφικής του δράσης, ο Καραγάτσης δεν έχασε ούτε στιγμή το κέφι και το τσαγανό του. Το πέρασμά του από τη ζωή μοιάζει σαν κάποιος να διέσχισε όμορφος, κομψός, με ένα τσιγάρο στο χέρι και με μαλλιά κάπως ανακατεμένα τη σκηνή ενός θεάτρου και να φώναξε στο κοινό: «Θέλετε μυθιστορήματα που σπαρταράνε; Θα τα έχετε! Θέλετε λογοτέχνες που να μην είναι χαρτοπόντικες, να μην μετρούν τα λόγια τους, να μην ελίσσονται, να μην σας κολακεύουν; Θα με έχετε! Όχι όμως για πολύ...».
Πηγή: www.lifo.gr
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου