Η λέσχη ανάγνωσης προτείνει το βιβλίο του μήνα
"Λίγες και μία νύχτες"
Ισίδωρος Ζουργός
Την άνοιξη του 1909 ο έκπτωτος σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ ο Β΄ εξορίζεται στη Θεσσαλονίκη και μένει έγκλειστος σε μια εντυπωσιακή έπαυλη. Εκεί, κατά το μυθιστόρημα και μόνο, θα διηγηθεί για μερικές νύχτες σ’ ένα μικρό κορίτσι τη ζωή του. Ένα εντεκάχρονο όμως αγόρι κρυφακούει…
Εβδομήντα χρόνια μετά θα υπάρχει ακόμη μια νύχτα, μάλλον μια ζωή ολόκληρη σε μία μόνο νύχτα, άλλωστε στον 20ο αιώνα συχνά αργούσε να ξημερώσει.
Το "Λίγες και μια νύχτες" παίρνοντας αφορμή από την ερωτική ιστορία που φωλιάζει στην καρδιά της αφήγησης, είναι ένα μυθιστόρημα για το κυνήγι του πλούτου και την αναζήτηση της ευτυχίας. Το βιβλίο αναπλάθει μια μαγευτική συνοικία έξω από τα τείχη της Θεσσαλονίκης, αυτή των Εξοχών, που έσβησε για πάντα. Είναι ακόμη μια γραφή για τα σπίτια, φτωχικά και πλούσια, για το μέσα και το έξω τους, για τους τοίχους και τα έπιπλα όπου υφαίνονται οι ανάσες ζώντων και τεθνεώτων.
Το Λίγες και μία νύχτες εμπεριέχει ακόμη με κάποιο τρόπο τον σχολιασμό του, διερωτάται πίσω από την κουίντα για τα άγονα χωράφια της γραφής, τα εργαστήριά της, τις αστοχίες και τα πάθη της, είναι με άλλα λόγια το κοίταγμα του ίδιου του μυθιστορήματος στον καθρέφτη.
Πέρα όμως και πάνω από όλα είναι ένα βιβλίο για την ανήκεστο βλάβη της ύπαρξης που προκάλεσε ο πιο δημεγέρτης αιώνας, ο εικοστός.
Δείτε κι αυτό:
https://www.youtube.com/watch?v=YPVxj6sx1z8
Διαβάστε κριτικές:
https://www.culturenow.gr/liges-kai-mia-nyxtes-isidoros-zoyrgos-kritiki-vivlioy/
https://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/7031-liges-kai-mia-nuxtes
Λίγες και μία νύχτες: συνέντευξη με τον συγγραφέα Ισίδωρο Ζουργό
Ο Ισίδωρος Ζουργός γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1964. Σπούδασε Παιδαγωγικά και υπηρετεί στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση ως δάσκαλος. Έχει δυο παιδιά και σήμερα εργάζεται στη Θεσσαλονίκη. Έχει συνεργαστεί στο παρελθόν με διάφορα περιοδικά δημοσιεύοντας ποίηση και πεζογραφία, καθώς και βιβλιογραφικά κριτικά σημειώματα. Έχει επίσης ασχοληθεί με θέματα διδασκαλίας της λογοτεχνίας στο δημοτικό σχολείο και ιστορίας της εκπαίδευσης. Αποκλειστικά για το Public Blog, η βιβλιοφάγος Βικτωρία Αλεξίου, συνάντησε τον συγγραφέα, με αφορμή το νέο του βιβλίο “Λίγες και Μία Νύχτες” που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.
Ο τίτλος του νέου σας βιβλίου παραπέμπει αυτόματα στο "Χίλιες και μία νύχτες", ένα από τα πιο δημοφιλή στο δυτικό κόσμο έργα της αραβικής λογοτεχνίας. Πώς γεννήθηκε η ιδέα για τη συγγραφή του συγκεκριμένου βιβλίου;
Γεννήθηκε από ένα ιστορικό γεγονός που αποδείχτηκε αρκετό να εξάψει τη μυθιστορηματική φαντασία. Τον Απρίλιο του 1909 οδηγείται αιχμάλωτος στη Θεσσαλονίκη ο Αβδούλ Χαμίτ ο Β΄, σουλτάνος επί 33 έτη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η επαναστατική επιτροπή των Νεότουρκων τον φυλακίζει σε μια από τις επιβλητικότερες επαύλεις της Θεσσαλονίκης, στη Βίλα Αλλατίνι, όπου θα παραμείνει έγκλειστος για τρία χρόνια. Η εξορία και ο κατ’ οίκον περιορισμός του σουλτάνου κυριαρχεί στην ειδησιογραφία όχι μόνο του πολύγλωσσου τύπου της Θεσσαλονίκης, αλλά και σε μεγάλες ευρωπαϊκές εφημερίδες. Το γεγονός διανθίζεται στον καθημερινό Τύπο με πολλές φήμες και μύθους, ώστε να πυροδοτείται η λαϊκή φαντασία και αυτή η περιπέτεια του έκπτωτου μονάρχη να λάβει χαρακτήρα λαϊκού μυθιστορήματος. Η ώρα πάντως του δικού μου μυθιστορήματος έρχεται όταν επινοείται ο βασικός χαρακτήρας του βιβλίου, ο Λευτέρης Ζεύγος, ο γιος του κηπουρού της βίλας, ένα εντεκάχρονο αγόρι που τα πρωινά πουλάει εφημερίδες στους δρόμους και τα απογεύματα σκάβει στον κήπο της έπαυλης Αλλατίνι. Μπροστά στα μάτια του ανοίγεται για λίγες νύχτες ένας παραμυθένιος κόσμος που έχει το άρωμα της Ανατολής με τη θέα ενός γέρου βασιλιά, που περιστοιχίζεται από ευνούχους, υπηρέτες, συμβούλους και αξιωματούχους, για να μη μιλήσουμε για τα αρώματα, τα φερμένα από το παλάτι του Γιλδίζ, τους εντυπωσιακούς παπαγάλους και τις λευκές αυτοκρατορικές γάτες.
Ποια είναι η αγαπημένη σας φράση από τις "Λίγες και μία νύχτες" και για ποιον λόγο;
Βλέπω το βιβλίο ως μια αρραγή ενότητα και δεν μπορώ να ξεχωρίσω ούτε φράση ούτε παράγραφο. Άλλωστε σε κάθε μυθιστόρημα μια φράση δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια παρωνυχίδα, μια τρίχα σε ένα ολόκληρο κορμί, ένα θρόισμα σε έναν κόσμο που τον τραντάζουν καταιγίδες. Διαβάζοντάς το, κατανοούμε πως είναι ένα μυθιστόρημα που αναφέρεται στο κυνήγι του πλούτου και της αναζήτησης της ευτυχίας -κάτι που κυνηγούσαν και οι Έλληνες των τελευταίων δεκαετιών. Νομίζω ότι η αναζήτηση της ευτυχίας μέσω του πλουτισμού είναι διαχρονικό χαρακτηριστικό των πιο πολλών ανθρώπων. Χωρίς αμφιβολία στην εποχή της νεωτερικότητας το χρήμα βρέθηκε στην κορυφή των επιδιώξεων εκμεταλλευόμενο την κρίση και αποδυνάμωση παλαιότερων ιδανικών, όπως το έθνος, η υπακοή στον θείο λόγο, η σωτηρία της ψυχής κ.ά. Το μυθιστόρημα για το οποίο συζητάμε διαδραματίζεται στον εικοστό αιώνα, εποχή κατά την οποία η ελληνική κοινωνία έρχεται σε πρώτη επαφή με τις βασικές νεωτερικές αξίες.
Συνιστά η συγγραφή διέξοδο από τη σύγχρονη εποχή γενικευμένης κατάρρευσης για εσάς;
Η τέχνη στη μακρόχρονη ιστορία της είχε ανέκαθεν ένα ιαματικό χαρακτήρα αφενός για τον δημιουργό, αφετέρου και για τους ανθρώπους που την καταναλώνουν ή, για να το πούμε πιο απλά, που τη χαίρονται. Η γραφή γεννιέται και υπάρχει για να θυμίζει στους ανθρώπους τα πραγματικά σημαίνοντα της ζωής, για να τους βοηθά να αναγνωρίζουν μέσα στα πολλά που μας περιβάλλουν αυτά που έχουν διαχρονική αξία, κάτι ιδιαίτερα πολύτιμο σε εποχές κατάρρευσης.
Ως δάσκαλος θεωρείτε πως οι "ρευστοί καιροί" στους οποίους ζούμε υποψιάζουν τα παιδιά για το τι τα περιμένει στην πορεία, στερώντας τους ήδη την αθωότητα και την ξεγνοιασιά της παιδικής ηλικίας;
Καταρχήν θέλω να σας ευχαριστήσω γιατί χρησιμοποιείτε τη διατύπωση ως δάσκαλος αντί αυτού του ανεκδιήγητου σα δάσκαλος. Ως δάσκαλος, λοιπόν, και ύστερα από μια συμβίωση τριάντα χρόνων με τα παιδιά μπορώ να σας βεβαιώσω πως αυτή η αξιοζήλευτη αρετή – ευλογία της παιδικότητας παραμένει ευτυχώς αναλλοίωτη. Για την τωρινή, όμως, αίσθηση που βιώνουν τα νέα παιδιά στην εφηβική ηλικία, γυμνάσιο και λύκειο, εκεί κοντά στα πρόθυρα της ενηλικίωσης, δεν μπορώ να σας διαβεβαιώσω.
Ασχολείστε με το Διαδίκτυο;
Είμαι ένας απλός χρήστης Διαδικτύου, εξαρτημένος πιο πολύ από τον παλιότερο κόσμο της γνώσης, από τη μυρωδιά του χαρτιού και τον ψίθυρό του την ώρα που γυρίζουν οι σελίδες. Δεν έχω Facebook ούτε ιστοσελίδα. Αυτό δε σημαίνει ότι τα απορρίπτω εξ ορισμού, απλώς μέχρι τώρα στη ζωή μου έτυχε να έχω άλλες προτεραιότητες. Συμμερίζομαι φυσικά όπως και πολλοί άλλοι την αίσθηση ότι ζούμε μια κακόγουστη εποχή ηλεκτρονικής φλυαρίας και αγένειας, αλλά αυτό έχει να κάνει με εμάς τους ίδιους και όχι με το μέσο αυτό καθ’ αυτό.
Ποια η άποψή σας για το e-book;
Η ιστορία της γραφής και της ανάγνωσης έχει περάσει τις τελευταίες χιλιετίες από την πέτρα, το κεραμίδι, τον πάπυρο, την περγαμηνή, το χαρτί και τώρα είναι η ώρα της οθόνης. Δεν ανησυχώ από αυτά που ακούγονται αριστερά και δεξιά για το τέλος των βιβλίων και τα παρόμοια. Στην ανθρώπινη ιστορία ό,τι είναι πιο λειτουργικό προχωρά και υποκαθιστά το προηγούμενο. Έχει καμιά σημασία μήπως το υλικό γραφής του Αισχύλου; Ο άνθρωπος είναι πάντα ο ίδιος, όπως και οι αγωνίες του, που χαράσσονται είτε στην άμμο είτε σε ipad.
Το βιβλίο διερωτάται για τα άγονα χωράφια της γραφής και συνιστά κατά συνέπεια το κοίταγμα του ίδιου του μυθιστορήματος στον καθρέφτη. Ποιοι λόγοι σας οδήγησαν να αναφερθείτε στην τέχνη του γράφειν;
Κατά κύριο λόγο οι δικές μου ερευνητικές αγωνίες για τη φύση και το χαρακτήρα της συγγραφικής δημιουργίας. Το "Λίγες και μία νύχτες" φιλοδοξεί να δώσει χώρο ακόμη και στο making of του ίδιου του του εαυτού, να προσθέσει μερικά σχόλια, αλλά και ερωτήματα για το γραμματειακό είδος που ονομάζεται μυθιστόρημα, τη σκοτεινή του πλευρά και τα έγκατά του, για τους δορυφόρους και τους γαλαξίες του, στους οποίους ίσως κάποτε καταφέρει να πετάξει.
Ο Philip Kerr είχε προτρέψει σε συνέντευξή του όποιον επιθυμεί να γίνει συγγραφέας τα ακόλουθα: "Να έχεις ένα αγαπημένο βιβλίο και να το κρατάς μέσα σου. Διάβαζε συχνά μερικές σελίδες του και σκέψου γιατί είναι το αγαπημένο σου". Εσείς τι θα συμβουλεύατε έναν επίδοξο συγγραφέα;
Προσυπογράφω τη συμβουλή του Philip Kerr και θα μπορούσα να προσθέσω και άλλα πολλά ακόμη για το θέμα. Νομίζω ότι ο πυρήνας όλων αυτών των σκέψεων θα μπορούσε να διατυπωθεί ως εξής: Φρόντισε να γίνεις πρώτα ένας αναγνώστης με έντονα αναγνωστικά πάθη, συμπάθειες και αντιπάθειες. Η ταυτότητα του συγγραφέα προϋποθέτει την αναγνωστική συνείδηση και εμπειρία, όπως το να οδηγήσεις μηχανή έχει ως προαπαιτούμενο να μάθεις να οδηγείς ποδήλατο.
Ποια η αποψή σας αναφορικά με την ελληνική λογοτεχνία εν συγκρίσει με τη σύγχρονη ξένη λογοτεχνία;
Υπάρχει πολύς δρόμος ακόμη που πρέπει να διανύσουμε, ιδιαίτερα στην πεζογραφία, μιας και είναι βέβαιο πως στην ποίηση τα πηγαίνουμε καλύτερα. Χρειάζονται πολλά καλά μυθιστορήματα, όπως και συλλογές διηγημάτων, βιβλία που θα μπορούσαν ίσως να διαρρήξουν αυτή την περίεργη εσωστρέφεια της ελληνικής πεζογραφίας και να απλωθούν σε όλο τον κόσμο. Χρειάζεται όμως και από την πλευρά της πολιτείας μια πολιτική βιβλίου με συνέχεια και συνέπεια, πολιτική και στήριξη την οποία αναζητούμε εδώ και χρόνια, αλλά αυτή κάπου κρύβεται.
Ποια ενδιαφέροντα βιβλία διαβάσατε αυτήν την περίδο και θα μας προτείνατε να διαβάσουμε;
Όσο έγραφα το "Λίγες και μία νύχτες" τα αναγνώσματά μου ήταν σχετικά με το θέμα και την εποχή στην οποία αναφέρεται, οπότε δε θα με βρείτε και ιδιαίτερα ενημερωμένο σε πρόσφατες κυκλοφορίες. Επειδή, όμως, το βιβλίο είναι ένα προϊόν που δεν έχει ημερομηνία λήξης, ας μιλήσουμε για μερικά ενδιαφέροντα βιβλία ανεξαρτήτως του πότε έχουν εκδοθεί. Επομένως, θα σας συνέστηνα τον Yuval Noah Harari για τη μελέτη του "Sapiens, μια σύντομη ιστορία του ανθρώπου" από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια, τα "Έθιμα ταφής" της Hanna Kent από τον Ίκαρο και αυτό που διαβάζω τις τελευταίες ημέρες, το "Δέντρο από καπνό" του Ντένις Τζόνσον από τις εκδ. Πατάκη, το οποίο κέρδισε και το National Book Award 2007."
Βικτώρια Αλεξίου
https://blog.public.gr/liges-ke-mia-nichtes-sinentefxi-ton-singrafea-isidoro-zourgo
Κατάληψη;
Μήπως η ώρα περνάει ευκολότερα διαβάζοντας ένα βιβλίο;
Ο άχρωμος Τσουκούρου Ταζάκι και τα χρόνια του προσκυνήματος του
Ο Τσουκούρου, ένας τριανταεξάχρονος σχεδιαστής σιδηροδρομικών σταθμών, που το όνομά του σημαίνει "φτιάχνω" ή "χτίζω" -όχι όμως "δημιουργώ"-, πιστεύει πως διάγει βίο άχρωμο, χωρίς ίχνος προσωπικότητας. Στα είκοσί του απορρίπτεται, για άγνωστους λόγους και με συνοπτικές διαδικασίες, από την εξιδανικευμένη παρέα του: δυο αγόρια και δυο κορίτσια, με ονόματα που παραπέμπουν αντίστοιχα σε τέσσερα διαφορετικά χρώματα. Ο "άχρωμος" Τσουκούρου αποδέχεται την απόρριψη σιωπηρά, φτάνει λόγω του συναισθηματικού σοκ στα πρόθυρα του θανάτου και τελικά επανέρχεται στην κανονική ζωή του χωρίς να έχει ουσιαστικά συνέλθει. Ώσπου έπειτα από δεκαέξι χρόνια, η Σάρα, μια γυναίκα που τον ενδιαφέρει σοβαρά, διαβλέπει το συναισθηματικό του μπλοκάρισμα, θέτει το δάχτυλο επί τον τύπον των ήλων και τον ωθεί στο αυτονόητο: να επιδιώξει, έστω και εκ των υστέρων, μια εκ βαθέων επαφή με την "πολύχρωμη" παρέα του για να φωτίσει τις λεπτομέρειες του βαθιά κρυμμένου ψυχικού τραύματός του, να κατανοήσει τα αίτια και να χειριστεί την πραγματικότητα με τρόπο λυτρωτικό για τον ίδιο και για τη μεταξύ τους σχέση.
Ο κορυφαίος Χαρούκι Μουρακάμι αποτυπώνει με μαεστρία στο χαρτί την αξιομνημόνευτη ιστορία ενός νεαρού άντρα που τον στοιχειώνει μια τεράστια απώλεια. Μια ιστορία για όνειρα και εφιάλτες, για τα ταξίδια στο παρελθόν που είναι απαραίτητα για να θεραπευτεί το παρόν.
"Δε θεωρώ τον εαυτό μου καλλιτέχνη. Είμαι απλώς κάποιος που μπορεί να γράψει. Ναι.
Έχω την αίσθηση ότι ζω παράλληλες ζωές. Καμιά φορά αναρωτιέμαι γιατί είμαι συγγραφέας αυτή τη στιγμή. Δεν υπάρχει κάποιος ξεκάθαρος, τουλάχιστον από πλευράς καριέρας, λόγος για τον οποίο έγινα συγγραφέας. Κάτι συνέβη κι έγινα συγγραφέας. Και τώρα είμαι επιτυχημένος συγγραφέας. Όταν επισκέπτομαι τις ΗΠΑ ή την Ευρώπη, είναι πολλοί αυτοί που με ξέρουν. Είναι τόσο περίεργο. Πριν από λίγα χρόνια βρέθηκα στη Βαρκελώνη για μια παρουσίαση βιβλίου μου και ήρθαν χίλια άτομα. Έρχονταν κορίτσια και με φιλούσαν. Πραγματικά εξεπλάγην. Τι μου συνέβη;
Με τη σύζυγό μου είμαστε παντρεμένοι περίπου σαράντα χρόνια. Παραμένει φίλη μου. Συζητάμε, πάντα συζητάμε. Με βοηθάει πολύ. Μου δίνει συμβουλές για τα βιβλία μου. Σέβομαι τη γνώμη της. Πού και πού τσακωνόμαστε. Καμιά φορά η γνώμη της είναι πολύ αυστηρή. Ίσως και να το χρειάζομαι αυτό. Αν έκανε το ίδιο ο επιμελητής μου, θα θύμωνα. Μπορώ ν' αλλάξω επιμελητή, αλλά δεν μπορώ ν' αλλάξω τη γυναίκα μου.
Μου αρέσει να διαβάζω βιβλία. Μου αρέσει ν' ακούω μουσική. Μαζεύω δίσκους. Και γάτες. Δεν έχω καμία γάτα αυτή τη στιγμή. Όταν, όμως, δω γάτα στον δρόμο, αμέσως χαίρομαι" (Απόσπασμα από τη συνέντευξη του Χαρούκι Μουρακάμι στο www.theguardian.com)
Δείτε κι αυτό:
https://www.youtube.com/watch?v=15EwcFWgHrw
Ονειρικός Μουρακάμι
Της Νίκης Κώτσιου.
Στο σύμπαν του Μουρακάμι καθόλου δε σπανίζουν οι ήρωες σαν τον «άχρωμο» Τσουκούρου Ταζάκι (μτφρ. Μαρία Αργυράκη, εκδ. Ψυχογιός). Ο μοναχικός και αποξενωμένος άντρας που, μετά από μια τραυματική εμπειρία, αποτραβιέται από τον κόσμο και γίνεται παρατηρητής των άλλων χωρίς να συμμετέχει και να διεκδικεί ρόλο στη ζωή είναι μάλλον συνηθισμένη φιγούρα στα μείζονα έργα του Μουρακάμι(Νορβηγικό Δάσος, Κουρδιστό Πουλί…) και συμπυκνώνει στην περίπτωσή του τον τύπο του αλλοτριωμένου ανθρώπου που, χαμένος μέσα στη μεγαλούπολη της μετα-βιομηχανικής εποχής, αδυνατεί να διαχειριστεί τον πόνο που του έχουν προκαλέσει οι ματαιώσεις και οι διαψεύσεις. «Δεν είχε κανέναν κολλητό φίλο. Από τις όποιες σχέσεις έκανε, τελικά χώριζε. Ήρεμες σχέσεις, ειρηνικοί χωρισμοί. Δεν μπλέχτηκε συναισθηματικά με καμία γυναίκα. Είτε επειδή δεν το επιζητούσε ο ίδιος είτε γιατί δεν το επιζητούσαν εκείνες…Τα χρόνια και οι μήνες τον προσπερνούσαν ήσυχα και χάνονταν σαν το απαλό αεράκι». Ριζωμένος στη μοναξιά του, αναπτύσσει κάποια στοιχειώδη και τυπική αλληλεπίδραση με τον περίγυρο αλλά δεν παύει να νιώθει αταίριαστος κι ανίκανος να συνάψει σχέσεις και να ζήσει συντροφικά.
Ο Τσουκούρου Ταζάκι εγγράφεται σ’αυτή τη μακρά μουρακαμική παράδοση του αποσυνάγωγου ήρωα και επαναφέρει στο προσκήνιο όλα τα αδιέξοδα και τις εντάσεις ενός εμβληματικού τύπου με ιδιαίτερη «παθολογία» και σύνδρομα. Ας τον γνωρίσουμε όμως καλύτερα… Στην εφηβεία του, ο Τσουκούρου Ταζάκι μετείχε σε μια ευχάριστη παρέα ομηλίκων, με την οποία μοιραζόταν κοινά ενδιαφέροντα και ανησυχίες, μέχρι που κάποια στιγμή, εντελώς ανεξήγητα, οι φίλοι αποφάσισαν να τον απορρίψουν και να τον διώξουν δια παντός για άγνωστο λόγο. Ο Ταζάκι δέχτηκε το γεγονός συντετριμμένος χωρίς να ζητήσει περαιτέρω εξηγήσεις και, για κάμποσα χρόνια, χρειάστηκε να αντιμετωπίσει τα συμπτώματα μιας άγριας κατάθλιψης, που τον εμπόδισε να συνεχίσει τη ζωή του φυσιολογικά. «Όπως ο Ιωνάς που τον κατάπιε μια τεράστια φάλαινα και επέζησε στο στομάχι της, ο Τσουκούρου βρέθηκε στο στομάχι του θανάτου και πέρασε ατελείωτες μέρες μέσα σε μια απύθμενη και σκοτεινή τρύπα.»Το ατυχές αυτό γεγονός της εφηβείας φαίνεται μάλιστα να διατάραξε με τρόπο καθοριστικό την ομαλή πορεία του προς την ενηλικίωση προκαλώντας μια σειρά από συναισθηματικά «μπλοκαρίσματα», που αποξένωσαν τον ήρωα από τον εαυτό του και τους άλλους. Παρακολουθούμε τον Τσουκούρου Ταζάκι, ενήλικο πια, να προσπαθεί, δεκάξι χρόνια μετά το τραυματικό γεγονός που τον βύθισε στη θλίψη, να διαλευκάνει αναδρομικά αυτή την υπόθεση με την επίμονη προτροπή της περιστασιακής ερωμένης του Σάρα, που τον βοηθά και τον ενθαρρύνει προς αυτή την κατεύθυνση. Η απόφαση του ήρωα να επιστρέψει στο παρελθόν και να συνομιλήσει με τους παλιούς του φίλους για τους λόγους της επεισοδιακής εκείνης αποπομπής του θα σημάνει μια πορεία επώδυνης αυτογνωσίας, που, αναμοχλεύοντας πόθους, πάθη και μακρινές αναμνήσεις, θα λυτρώσει, τουλάχιστον εν μέρει, τον Τσουκούρου από τους φόβους και τις ανασφάλειες που τον εμποδίζουν να πάρει τη ζωή του στα χέρια του.
Στα έργα του Μουρακάμι, τα όνειρα παίζουν έναν πολύ καθοριστικό ρόλο στη χειραφέτηση του πρωταγωνιστή και την απελευθέρωσή του από εμπόδια που παρακωλύουν την ψυχοσυναισθηματική του ανάπτυξη. Έτσι και στον «Άχρωμο Τσουκούρου», τα όνειρα, που είναι ούτως ή άλλως « η βασιλική οδός προς το ασυνείδητο», αποκαλύπτουν πτυχές κρυμμένες και απωθημένες ενός καταπιεσμένου χαρακτήρα, που θέλει να βαδίσει προς την ωριμότητα μα δεν μπορεί. Τα όνειρα του Τσουκούρου, μυστηριώδη και υποβλητικά, με πολύ έντονες τις σεξουαλικές αναφορές, τον φέρνουν σ’ επαφή με τον εσώτερο πυρήνα ενός ανεξιχνίαστου εαυτού και τον επανασυνδέουν με τις πραγματικές του ανάγκες αναδεικνύοντας επιθυμίες, που τεχνηέντως απωθεί αρνούμενος να τις αναγνωρίσει και να συμφιλιωθεί μαζί τους. Μέσα από τα επαναλαμβανόμενα ονειρικά μοτίβα με το σαφές ερωτικό περιεχόμενο, ο Τσουκούρου αρχίζει να αποκτά επίγνωση μιας διφορούμενης σεξουαλικότητας, που μοιάζει να μην έχει ακόμα αποκρυσταλλωθεί κι έτσι αρχίζει να αμφιβάλλει για κάποιες βεβαιότητες και να επανεξετάζει συνολικά τον εαυτό του.
Δεν είναι όμως μόνο τα όνειρα που καθοδηγούν τον Τσουκούρου προς την αυτο-συνείδηση. Είναι και η μουσική που, με την επίσης ονειρική της ύφανση, πλέκει γύρω του έναν μαγικό ιστό σα φυλαχτό και του δείχνει το δρόμο. Στα πιο δημοφιλή βιβλία του Μουρακάμι η παρουσία της μουσικής τονίζεται με έμφαση ενώ εξαίρεται πολλαπλώς η λυτρωτική της επίδραση πάνω στον ήρωα, πράγμα που ξεκινά από την εγνωσμένη μουσικοφιλία του ίδιου του συγγραφέα. Στο «Νορβηγικό Δάσος» είναι το ομώνυμο τραγούδι των Beatles(Norwegian Wood) που δίνει τον τόνο και το ρυθμό, στον «Άχρωμο Τσουκούρου» είναι μια εξόχως υποβλητική μελωδία του Λιστ («le mal du pays»,από τη συλλογή για πιάνο «Τα χρόνια του Προσκυνήματος»,εξ ού και ο τίτλος) που επανέρχεται σταθερά σε διάφορα κρίσιμα σημεία και αποκτά μια πολύ ειδική σημασία για τον τρόπο που βλέπει και αντιλαμβάνεται τα πράγματα ο ήρωας .Στο «1Q84» δεσπόζει η «Sinfonietta» του Γιάνατσεκ, ενώ δε λείπουν από το έργο του οι τζαζ αναφορές κυρίως σε Ντιουκ Έλινγκτον καθώς και η αμερικάνικη ποπ. Ο Μουρακάμι σταθερά διανθίζει τα βιβλία του με μουσική υπόκρουση και οι πρωταγωνιστές του καλούνται να ερμηνεύσουν τη ζωή τους σα να έχουν μπροστά τους μια πυκνογραμμένη ,σχεδόν απροσπέλαστη παρτιτούρα, που οφείλουν να αποκρυπτογραφήσουν . «Η ζωή μοιάζει με μια περίπλοκη παρτιτούρα, σκεφτόταν ο Τσουκούρου. Άθλος να την καταλάβεις σωστά, γιατί ακόμη κι αν την καταλάβεις, ακόμη κι αν τη μεταφέρεις στο σωστό τόνο, δε σημαίνει πως οι άλλοι θα αντιληφθούν σωστά το νόημα του μουσικού κειμένου και θα το εκτιμήσουν. Και ούτε πως αυτό θα τους κάνει ευτυχισμένους…»
Ο « Άχρωμος Τσουκούρου Ταζάκι και τα Χρόνια του Προσκυνήματός Του» είναι μια ευφάνταστη καταβύθιση στο σκοτεινό και αχαρτογράφητο κόσμο του ασυνείδητου, ένα ατμοσφαιρικό ταξίδι προς έναν ενδεχομένως ανέφικτο προορισμό-ίσως προς την ωριμότητα-, έναν προορισμό που συνεχώς μετατοπίζεται μέσα στο χώρο και το χρόνο και τελικά χάνεται κάπου ανάμεσα στα σύνορα φαντασίας και πραγματικότητας, αφήνοντας μια διαρκή αίσθηση εκκρεμότητας και ανικανοποίητου, που ωστόσο δεν ακυρώνει τη διαδρομή αλλά καταξιώνει και τον ταξιδευτή και το παράτολμο εγχείρημά του, όσο ατελέσφορο κι αν αποδείχθηκε. Ο Μουρακάμι γράφει μια ιστορία «μυστηρίου» για τα σύνορα του εαυτού μέσα σ’έναν κόσμο που γίνεται ολοένα και πιο σύνθετος και διαπιστώνει πως η πραγματικότητα ορίζεται από τον άλλο κι αυτός ο άλλος παραμένει το όριό μας.




.jpg)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου