Αποχαιρετούμε το καλοκαίρι με βιβλία που διαβάσαμε και δεν ήταν
λογοτεχνικά
Κήνσορες και θεράποντες
Θεωρία και ιδεολογία των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης
Ουμπέρτο Έκο
μετάφραση: Έφη Καλλιφατίδη

Όταν το 1964 έγινε η πρώτη έκδοση αυτού του βιβλίου η έκφραση "Κήνσορες και θεράποντες" αποτελούσε απλώς έναν τίτλο. Έκτοτε έγινε έκφραση τρέχουσας χρήσης, παροιμιακή σχεδόν αντίθεση. Όταν εμφανίστηκε το βιβλίο, η χρήση οργάνων της αυστηρής έρευνας σε θέματα όπως τα κόμικς, το καταναλωτικό τραγούδι, το λαϊκό αφήγημα, φαινόταν εξωφρενική σε πολύ κόσμο: σήμερα, οι ίδιες οι γενεές, που απάντησαν με τις τεχνικές της εναλλακτικής πληροφόρησης και της αντιπληροφόρησης στην εισβολή των μαζικών μέσων, απέδειξαν ότι το πρόβλημα αυτών των μέσων αγγίζει τον πυρήνα της κοινωνίας μας, διαβρώνει την ιδεολογία, προσφέρει σ' όλους όργανα, τα οποία αποτελούν τμήμα του καθημερινού τρόπου ομιλίας και σκέψης και έτσι θα πρέπει να ερευνώνται σε βάθος, χωρίς φόβο να φανούν επιφανειακά, για το μόνο λόγο ότι ένα δοκίμιο αφιερώνεται στον Στηβ Κάνυον και όχι σ' έναν ήσσονα ποιητή του 15ου αιώνα. Πολλά απ' αυτά τα δοκίμια περιλαμβάνονται πια στη διεθνή σχετική βιβλιογραφία, παρ' όλο που αρκετά ανακλούν το κλίμα και την προβληματική της εποχής.
Ελίτ και μάζες στην ψηφιακή εποχή
… Tο 1964, ένας νέος μελετητής, ο 32χρονος τότε Ουμπέρτο Εκο, δημοσίευσε μία συλλογή δοκιμίων του με τίτλο «Κήνσορες και θεράποντες» (ελληνική έκδοση: Γνώση, 1987). «Κήνσορες» ήταν εκείνοι που διατύπωναν ένα αυστηρό κατηγορητήριο εναντίον της μαζικής κουλτούρας και της αντέτασσαν μια συνολική άρνηση. «Θεράποντες» ήταν αντίθετα εκείνοι που έβλεπαν μόνο τις θετικές δυνατότητες των νέων μέσων επικοινωνίας. Πέρα από την ολική άρνηση και την άκριτη απολογία, ο Έκο αναζητούσε έναν «τρίτο δρόμο» και υποστήριζε την ανάγκη μιας εποικοδομητικής παρέμβασης των διανοουμένων στον χώρο της μαζικής επικοινωνίας. Η ακόλουθη συνέντευξη του Ουμπέρτο Εκο δημοσιεύτηκε στην ιταλική περιοδική επιθεώρηση ICS Magazine.
●Το βιβλίο σας «Κήνσορες και θεράποντες» έγινε πενήντα ετών. Στο μεταξύ υπήρξε η επανάσταση του διαδικτύου, που γέννησε τη νιοστή εκδοχή αυτής της διχοτομίας. Η δεύτερη φάση της ψηφιακής εποχής, ωστόσο, με την εγγενή της κοινωνικότητα, φαίνεται να ευνοεί τις στάσεις των «θεραπόντων». Υπάρχει ένα ολόκληρο πάνθεον μεταφορών και όρων -άνοιγμα, συνεργασία, μοίρασμα- που προσλαμβάνονται ως «καθαυτό καλές », ως από τη φύση τους λυτρωτικές. Τι σκέφτεστε γι’ αυτό;
Η αποστολή κάθε κουλτούρας είναι να παράγει μια συλλογική ανάπτυξη. Αυτή η ανάπτυξη, όμως, ακόμα και με πλήρη ελευθερία έκφρασης (διαφορετικά, μιλάμε για δικτατορία και όχι για αληθινή κουλτούρα), αρθρώνεται πάντοτε ως διαρκής κριτική του λόγου του άλλου. Είναι το ιδεώδες υπόδειγμα του σωκρατικού διαλόγου: ένας σηκώνεται και λέει τα δικά του, έπειτα ο άλλος, είτε είναι ο δάσκαλος είτε ο φίλος ή οποιοσδήποτε άλλος, σηκώνεται και με τη σειρά του εκφράζει τη διαφωνία του και ούτω καθεξής. Αυτό φυσικά ισχύει για την κοινωνία όπως ισχύει και για τα άτομα. Και η προσωπική κουλτούρα χρειάζεται την κριτική.
Με δυο λόγια, η κουλτούρα είναι μια συνεχής εναλλαγή ανάμεσα στην ελεύθερη έκφραση του λόγου και στην κριτική αυτής της έκφρασης του λόγου. Αυτό που συμβαίνει με το διαδίκτυο, όμως, είναι ότι καθιερώνεται μια ειδωλολατρία της απόλυτης έκφρασης του λόγου, χωρίς κανέναν έλεγχο από μέρους των άλλων. Αν ήθελα να γίνω κακός -ή κήνσορας- θα μπορούσα να πω ότι είναι ο θρίαμβος του: «ο λόγος στον κρετίνο». Αυτό όμως δεν είναι κουλτούρα. Ή καλύτερα: ο κρετίνος μπορεί και να μιλάει ή ακόμα και να διδάσκει στο πανεπιστήμιο, αρκεί να διατηρείται η δυνατότητα για τους άλλους να απαντούν, να αμφισβητούν, να προτείνουν εναλλακτικά μοντέλα. Με αυτές τις μορφές ψευδοσυμμετοχής αντίθετα καθένας εκφράζει ό,τι του έρχεται στο νου. Απειλείται έτσι η θεμελιώδης προϋπόθεση της δημοκρατίας, δηλαδή η παραδοχή ότι δεν είναι όλα όσα λέγονται ορθά. Οποιος διατυπώνει την αντίθετη θεωρία, υπερασπιζόμενος την απλή εκφορά του λόγου ως μοναδική μορφή έκφρασης, έχει εκ των πραγμάτων απαρνηθεί τη δημοκρατία -και επομένως τη δημοκρατική κουλτούρα- ως κριτική των γνωμών.
● Ενα από τα πιο ισχυρά επιχειρήματα των κηνσόρων του διαδικτύου αφορά τους ψηφιακούς αυτόχθονες και συγκεκριμένα την υποτιθέμενη ανθρωπολογική μεταβολή που θα συνεπαγόταν το γεγονός ότι γεννήθηκαν μέσα σ’ αυτό το ψηφιακό σύμπαν. Προσωπικά, εκείνο που με εντυπωσιάζει δεν είναι τόσο η πρώιμη ικανότητα των παιδιών να μαθαίνουν τη γραμματική των ψηφιακών μέσων όσο οι γνωσιακές συνέπειες αυτής της πελώριας και άμεσης διαθεσιμότητας περιεχομένων, και ιδιαίτερα οι επιπτώσεις της στην ατομική μνήμη.
Το πρόβλημα είναι ότι παρακολουθούμε μια πελώρια κρίση της συλλογικής μνήμης. Αρκεί να σκεφτούμε τους τέσσερις νεαρούς που πριν από λίγο καιρό, στη διάρκεια ενός τηλεοπτικού κουίζ, όταν ρωτήθηκαν για ένα επεισόδιο της ζωής του Μουσολίνι, δεν ήξεραν καθόλου σε ποια εποχή να το τοποθετήσουν. Κανείς τους δεν θυμόταν ότι ο Μουσολίνι είχε πεθάνει το 1945! Δεν λέω ότι οι προηγούμενες γενεές γνώριζαν την ακριβή ημερομηνία του θανάτου του Ναπολέοντα, αλλά σίγουρα γνώριζαν σε γενικές γραμμές να την τοποθετήσουν χρονολογικά σε σχέση με την εκστρατεία του Γκαριμπάλντι ή με την έναρξη του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου. Η συλλογική μνήμη, όμως, μπαίνει σε κρίση επειδή μπαίνει σε κρίση και η επιθυμία της ατομικής μνήμης.
Όποιος δεν ξέρει πότε πέθανε ο Μουσολίνι πιθανότατα δεν ενδιαφέρεται να θυμάται ούτε και τι έκανε το περασμένο καλοκαίρι. Ούτε, κατά μείζονα λόγο, τον ενδιαφέρει να μάθει τι είχε συμβεί στους γονείς του ή στους παππούδες του. Όταν ήμουν παιδί, έμαθα πολλά ενδιαφέροντα πράγματα για τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ακούγοντας τις αφηγήσεις της μητέρας μου. Η προσωπική μου μνήμη παραβλήθηκε με αποσπάσματα μνήμης άλλων και μου επέτρεψε να ανασυγκροτήσω ένα επίπεδο κοινής ανάμνησης, του οποίου αποτελούν μέρος τόσο τα τραγούδια που τραγουδούσε η μάνα μου όσο και η ημερομηνία της επίθεσης στον αρχιδούκα Φραγκίσκο Φερδινάνδο στο Σαράγεβο. Το παιδί που ζει μπροστά στην οθόνη του ηλεκτρονικού υπολογιστή και δεν ακούει πλέον τη μάνα του να τραγουδάει υποφέρει, ταυτόχρονα, από μιαν απώλεια ατομικής και συλλογικής μνήμης.
● Πόση σχέση έχει αυτό με το ότι έχουμε βυθιστεί σε ακραίο βαθμό στον παρόντα χρόνο;
Πιθανότατα μεγάλη. Κινδυνεύει να γεννηθεί μια γενιά που θα ενδιαφέρεται να γνωρίσει μόνο το παρόν. Πριν από λίγο καιρό, ένας φίλος μού είπε, λίγο προβοκατόρικα, ότι ξαναδιαβάζοντας το μυθιστόρημά μου «Το εκκρεμές του Φουκό» ξαφνιάστηκε μπροστά στην περιγραφή ενός τηλεφώνου που λειτουργούσε με κέρματα. Είχε ξεχάσει ότι κάποτε για να τηλεφωνήσεις όταν ήσουν έξω από το σπίτι σου υπήρχαν οι τηλεφωνικοί θάλαμοι. Αυτό είναι ένα καλό παράδειγμα πολιτιστικής ισοπέδωσης στο παρόν. Ο φίλος μου δεν είχε ξεχάσει με μιαν απόλυτη έννοια, αλλά είχε κατά κάποιον τρόπο απενεργοποιήσει εκείνη την ιδιαίτερη ανάμνηση, επειδή ήταν ασύμβατη με ένα παρόν στο οποίο τείνουμε να προσχωρούμε με τρόπο υπερβολικό. Και αν για ορισμένους αυτό οδηγεί στη λήθη του παρελθόντος, για άλλους -για τους νεότερους- οδηγεί στην απουσία ενδιαφέροντος για όσα συνέβησαν. Δεν γνωρίζω πόσοι νέοι σήμερα θα ήξεραν να πουν πότε μπήκαν στη ζωή μας τα κινητά τηλέφωνα, αλλά είμαι έτοιμος να στοιχηματίσω ότι πολλοί θα συναντούσαν μεγάλες δυσκολίες ακόμα και μόνο για να φανταστούν μιαν εποχή στην οποία τέτοια μαραφέτια δεν υπήρχαν.
● Είναι ωστόσο αναμφίβολο ότι για εκείνους που διατηρούν επιθυμία για γνώση και τάση να καλλιεργούν τη μνήμη, το διαδίκτυο αντιπροσωπεύει ένα κοίτασμα με πελώριο υλικό.
Σίγουρα μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε το ίντερνετ για να καλλιεργήσουμε τη συλλογική μνήμη, όταν υπάρχει ενδιαφέρον γι’ αυτό. Το ζητούμενο είναι -και πάλι- να διατηρήσουμε την κριτική ικανότητα, που είναι πάνω απ’ όλα ικανότητα διάκρισης, διαχωρισμού. Σε κάθε κουλτούρα υπήρχε πάντοτε μια ελίτ, η οποία διέθετε πρόσβαση στις αποθήκες της μνήμης και επομένως στη γνώση, και μια λιγότερο ή περισσότερο ευρεία μάζα που ήταν αποκλεισμένη από αυτές. Σήμερα, συμβαίνει να έχουμε και πάλι μια ελίτ, η οποία χρησιμοποιεί κριτικά τα εργαλεία της πληροφορικής και καλλιεργεί συνειδητά τη μνήμη και τη γνώση, και μια μάζα η οποία δεν το κάνει, όχι επειδή της έχει αποκλειστεί προκαταβολικά η πρόσβαση στη γνώση, αλλά επειδή της έχει δοθεί υπερβολικά πολλή και μη οργανωμένη γνώση. Θα είναι επομένως και πάλι μάζα υποταγμένη, αλλά από υπερβολική δόση δημοκρατίας. […]
https://www.efsyn.gr/themata/idees-palies-kai-nees/4031_elit-kai-mazes-stin-psifiaki-epohi
Ο Ουμπέρτο και τα κόμικς
Γιάννης Κουκουλάς

Οι θεωρίες γύρω από την αισθητική των κόμικς, την ερμηνεία τους, το εικαστικό και γλωσσικό λεξιλόγιό τους γνωρίζουν τα τελευταία χρόνια μια πρωτοφανή εξέλιξη. Πριν από μισό αιώνα τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά. Σε ακαδημαϊκό και επιστημονικό επίπεδο, σχεδόν κανείς δεν ασχολούνταν μαζί τους. Μέχρι που έκανε την αρχή ο Ουμπέρτο Εκο (1932-2016)
Οταν το 1964, σε ηλικία μόλις 32 ετών, ο Ουμπέρτο Εκο συνέγραφε τους «Κήνσορες και Θεράποντες» (πρωτότυπος τίτλος: «Apocalittici e Integrati», που σημαίνει «Αποκαλυπτικοί και Ενταγμένοι», στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γνώση, σε μετάφραση Εφης Καλλιφατίδη) έφερνε στο προσκήνιο μια κόντρα που έμελλε τα επόμενα χρόνια να πάρει μεγάλες πολιτικές και ιδεολογικές διαστάσεις: αυτήν ανάμεσα στους θεματοφύλακες των αποκαλούμενων υψηλών τεχνών, που δεν χάνουν την ευκαιρία να στηλιτεύσουν τη μαζική κουλτούρα ως άξεστο και κιτς λογοτεχνικό και ψυχαγωγικό παραπροϊόν, και στους απολογητές της, που την αποδέχονται ως έχει, χωρίς να κριτικάρουν τον τρόπο και τον λόγο της γιγάντωσής της. Οι πρώτοι «αποκαλύπτουν» τη λειτουργία της μαζικής κουλτούρας καθώς και τα συμφέροντα που αυτή εξυπηρετεί, ενώ οι δεύτεροι, έχοντας «ενταχθεί» πλήρως στο σύστημα της διάδοσης και κατανάλωσής της, απλώς την απολαμβάνουν και την προωθούν.

Με διαλεκτικό τρόπο, ο Ουμπέρτο Εκο επιχειρεί να γεφυρώσει αυτό το χάσμα. Αναδεικνύοντας όχι τόσο τα σημεία που θα μπορούσαν να επιτρέψουν τη σύγκλιση αλλά καυτηριάζοντας την παθητικότητα της επανάπαυσης σε ένα προκαθορισμένο και τάχα στέρεο και άκαμπτο μοντέλο ερμηνείας του φαινομένου της μαζικής κουλτούρας που δεν λαμβάνει υπόψη του τον πραγματικό κόσμο. Ως προς τούτο, επικαλείται τον Μαρξ σύμφωνα με τον οποίο: «Εφόσον ο άνθρωπος διαμορφώνεται από τις συνθήκες, οφείλουμε να καταστήσουμε τις συνθήκες ανθρώπινες». Ενα από τα βασικά εργαλεία και παραδείγματα του Εκο είναι και τα κόμικς, για τα οποία προτρέπει τους πανεπιστημιακούς και διανοούμενους της εποχής του να μελετήσουν μια σειρά από ανεξερεύνητους και αχαρτογράφητους, έως τότε, τομείς: «Κινηματογραφική διαδοχή των strips. Ιστορικές καταβολές. Επιδράσεις του κινηματογράφου. Ενδεχόμενες διαδικασίες διδασκαλίας. Σχετικές αφηγηματικές δυνατότητες. Ενότητα λόγου-δράσης που πραγματοποιείται με γραφιστικά τεχνάσματα. Ο παράγωγος νέος ρυθμός και νέος αφηγηματικός χρόνος. Νέοι τρόποι για την απεικόνιση της κίνησης (οι σχεδιαστές των κόμικς απομιμούνται τη μουβιόλα˙ δεν ξεκινούν από ακίνητα πρότυπα, αλλά από φωτογράμματα που ορίζουν μια στιγμή της κίνησης). Καινοτομίες στην τεχνική της ονοματοποιίας. Επιδράσεις των προηγούμενων ζωγραφικών εμπειριών. Γέννηση ενός νέου ρεπερτορίου εικονογραφίας και τυποποιήσεων, που λειτουργούν πλέον ως τόποι για το κοινό των νομέων και που προορίζονται να καταστούν στοιχεία κεκτημένου τρόπου ομιλίας για τις νέες γενιές. Οπτικοποίηση της γλωσσικής μεταφοράς. Καθορισμός τύπων χαρακτήρων, όριά τους, παιδαγωγικές τους δυνατότητες, μυθοποιητική τους λειτουργία».

Και εφαρμόζοντας ο ίδιος αυτήν την προτροπή, εξετάζει με εξονυχιστικό, σχεδόν χειρουργικό-ανατομικό τρόπο μια σελίδα του Milton Caniff από τη σειρά Steve Cannyon και καταλήγει σε μια σειρά από συμπεράσματα για την αφηγηματική λειτουργία, τις συμβάσεις, τη διατήρηση του σασπένς, το ρεπερτόριο των συμβολισμών κ.ά., που συνιστούν αυτό που ο Εκο χαρακτηρίζει «σημαντική» των κόμικς και για την οποία διευκρινίζει ότι: «ο όρος “σημαντική” των κόμικς είναι απλώς μεταφορικός, εφόσον τα κόμικς χρησιμοποιούν τον κοινό τρόπο ομιλίας και οι αναφορές των ποικίλων σημείων αναλύονται ως προς αυτόν τον τρόπο. Κυρίως, όμως, τα κόμικς δεν μεταχειρίζονται ως σημαίνοντα μόνον τους γλωσσικούς όρους, αλλά όπως είδαμε, και εικονογραφικά στοιχεία που διαθέτουν μονοσήμαντο σημαινόμενο. Κατά δεύτερον, από τη στιγμή που οι όροι του κοινού τρόπου ομιλίας εμφανίζονται έγκλειστοι στο μπαλονάκι, αποκτούν σημαινόμενα που συχνά έχουν ισχύ μόνον στο πλαίσιο του κώδικα των κόμικς.
Μ’ αυτήν την έννοια λοιπόν, το μπαλονάκι δεν είναι απλώς ένα συμβατικό στοιχείο που ανήκει σ’ ένα ρεπερτόριο στοιχείων, αλλά ένα στοιχείο μετα-γλώσσας ή μάλλον ένα είδος προκαταρκτικού σήματος που επιβάλλει την αναφορά σ’ έναν συγκεκριμένο κώδικα για να αποκρυπτογραφηθούν τα σήματα που περιέχονται στο εσωτερικό του».
Ωστόσο, η διαλεκτική του συλλογισμού του δεν αποθεώνει τα κόμικς αλλά διατηρεί και κάποιες επιφυλάξεις, απολύτως λογικές το 1964. Οπως γράφει: «Το γεγονός ότι το είδος αυτό εμφανίζει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά ύφους δεν αποκλείει το ότι μπορεί να βρίσκεται σε παρασιτική σχέση με άλλα καλλιτεχνικά φαινόμενα. Από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι σε ορισμένα επίπεδα μπορούν να εντοπιστούν σχέσεις παρασιτισμού, δεν αποκλείει το ότι σε άλλα επίπεδα το είδος αυτό βρίσκεται σε σχέσεις προώθησης και προπόρευσης».
Στα παραδείγματα, όμως, που αναφέρει καταφεύγει σε μια πιθανώς λανθασμένη εκτίμηση: «Στο επίπεδο του κάδρου, τα κόμικς προφανώς οφείλουν στον κινηματογράφο κάθε τους δυνατότητα και χάρη». Κι αυτό γιατί τα κόμικς ως μέσο προηγούνται του κινηματογράφου και το ντεκουπάζ σε αυτά έχει επινοηθεί ως μέθοδος κατακερματισμού του χρόνου και διάρρηξης του χρονικού continuum πριν από το κινηματογραφικό μοντάζ.
Ενα παρόμοιο «λάθος» του Εκο έγκειται στην άποψή του για τη σειρά Krazy Kat του George Herriman για την οποία αναφέρει ότι «το σχέδιο ήταν πρωτότυπο με κάποιες σουρεαλιστικές αποχρώσεις, ιδιαίτερα στα σεληνιακά και απίθανα τοπία, που είχαν σκοπό να αφαιρέσουν κάθε αληθοφάνεια από την ιστορία». Η ιστορική έρευνα απέδειξε ότι τα περισσότερα από τα -φαινομενικά εξωπραγματικά- τοπία στις ιστορίες του Αμερικανού δημιουργού δεν ήταν παρά καλλιτεχνικές ελεύθερες αποδόσεις των ασυνήθιστων γεωμορφολογικών σχηματισμών στην έρημο της Αριζόνα την οποία συχνά επισκεπτόταν.
Στο ίδιο κεφάλαιο ο Εκο καταφεύγει και σε μια ισοπεδωτική κριτική λέγοντας πως «η καλύτερη απόδειξη του ότι το κόμικ είναι βιομηχανικό προϊόν απλής κατανάλωσης είναι ότι, έστω κι αν ένας ήρωας επινοείται από κάποιον ιδιοφυή δημιουργό, μετά από λίγο ο δημιουργός αντικαθίσταται από μια equipe, η ιδιοφυΐα του γίνεται αντικαταστατή, η επινόησή του προϊόν εργαστηρίων». Στη συνέχεια, όμως, προχωρά σε μια πρωτοποριακή και διεξοδική ερμηνεία μιας εμβληματικής σειρά κόμικς, των Peanuts του Charles Schulz, με πρωταγωνιστές τον Τσάρλι Μπράουν, τη Λούσι, τον Λάινους, τους συμμαθητές του και τον Σνούπι, για την οποία επισημαίνει τη δεξιοτεχνική μεταφορική της αναφορά στον κόσμο των ενηλίκων. «Η ποίηση των εν λόγω παιδιών γεννιέται από το γεγονός ότι σ’ αυτά ξαναβρίσκουμε όλα τα προβλήματα, όλα τα παθήματα των ενηλίκων, οι οποίοι μένουν στα παρασκήνια […] Τα παιδιά αυτά μας αγγίζουν βαθύτατα γιατί κατά μια έννοια είναι τέρατα: είναι τερατώδεις παιδικές αναγωγές όλων των νευρώσεων ενός σύγχρονου πολίτη του βιομηχανικού πολιτισμού. Μας αγγίζουν βαθιά διότι αντιλαμβανόμαστε ότι είναι τέρατα, επειδή εμείς οι μεγάλοι τα κάναμε. Στα παιδιά αυτά ξαναβρίσκουμε τα πάντα, τον Φρόυντ, τη μαζικοποίηση, την κουλτούρα που συσσωρεύσαμε μέσα από διάφορες επιλογές, τον απεγνωσμένο αγώνα για επιτυχία, την αναζήτηση συμπαθειών, τη μοναξιά, την αλαζονική αντίδραση, την παθητική συναίνεση και τη νευρωτική διαμαρτυρία».

Στο ίδιο βιβλίο περιλαμβάνεται και το ιδιαίτερα επιδραστικό κείμενο του Εκο για τον Σούπερμαν, στο οποίο ο Ιταλός σημειολόγος αναλύει τη μυθοποιητική διάσταση των υπερηρώων, την ομοιότητα και τις διαφορές σε σχέση με τους μυθικούς ήρωες παλαιών εποχών και πολιτισμών (Ηρακλής, Ζίγκφριντ, Ορλάνδος, Πανταγκρουέλ, Πίτερ Παν κ.ά.), τη διαχρονική δομή των μύθων, το σχήμα της επανάληψης, την έννοια της ανάλωσης κ.λπ. Στους «υπερήρωες» και το «λαϊκό μυθιστόρημα», μάλιστα, θα επιστρέψει το 1976 με τον «Υπεράνθρωπο των Μαζών» (εκδ. Γνώση) όπου, με σημειωτικές μεθόδους, αναπτύσσει περισσότερο κάποιες προγενέστερες ιδέες του Γκράμσι και αναλύει τις δομές συγγένειας μεταξύ χαρακτήρων όπως ο Μάκβεθ, ο Μοντεχρίστος, ο Αρσέν Λουπέν, ο Ταρζάν, ο Τζέιμς Μποντ κ.ά. Αντίστοιχες αναφορές σε χαρακτήρες των κόμικς θα κάνει, αλλού εκτενέστερα και αλλού πιο σύντομα, και σε άλλα βιβλία του, όπως το Περί Λογοτεχνίας (εκδ. Ελληνικά Γράμματα), αλλά και σε μυθιστορήματά του, όπως «Η μυστηριώδης φλόγα της βασίλισσας Λοάνα» (εκδ. Ελληνικά Γράμματα).
Γενικότερα, το έργο του πανεπιστημιακού, συγγραφέα και σημειολόγου Ουμπέρτο Εκο είναι διάσπαρτο από αναφορές σε κόμικς. Με την τόλμη του να τα εντάξει ως είδος στην ακαδημαϊκή έρευνα συνέβαλε στη «νομιμοποίησή» τους ως έργων τέχνης στους κύκλους της διανόησης, στην περαιτέρω εξέλιξή τους όσο και στην εξέλιξη των θεωρητικών αναζητήσεων περί αυτά. Ο θάνατός του πριν από λίγες μέρες αφήνει φτωχότερους τους φίλους των κόμικς και δίνει την αφορμή για μια ακόμη ανάγνωση των πολύτιμων γραπτών του.
https://www.efsyn.gr/themata/idees-palies-kai-nees/4031_elit-kai-mazes-stin-psifiaki-epohi
Κήνσορες και θεράποντες / Τζόκερ
fotisk Βιβλία,Ταινίες 1 Νοεμβρίου 2019 1 Minute
Ξεκαθαρίζω εξαρχής πως δεν πρόκειται να προσθέσω τη δική μου άποψη για την ταινία, δεδομένου πως όσοι προηγήθηκαν έχουν καλύψει το θέμα επαρκέστατα. Θα σταθώ, ωστόσο, σε κάτι διαφορετικό που έχει περισσότερο να κάνει με την αναγνωστική οπτική, παρά με την αμιγώς κινηματογραφική.

Υπάρχει ένα βιβλίο που καθόρισε εν πολλοίς τα φοιτητικά μου χρόνια, αλλά και τη μετέπειτα αισθητική μου. Το βιβλίο αυτό είναι το «Κήνσορες και θεράποντες» του Ουμπέρτο Έκο, το οποίο καταγίνεται με την κριτική της λεγόμενης Μαζικής Κουλτούρας, με τρόπο πρωτόγνωρο για τα δεδομένα της εποχής που γράφτηκε. Θυμίζω πως η ενασχόληση με τη λεγόμενη παραλογοτεχνία, την Επιστημονική Φαντασία, το noir και τα κόμικς από τους διανοούμενους, από πανεπιστημιακούς καθηγητές, την ελίτ του πνεύματος εν γένει, γινόταν σε γενικές γραμμές είτε αποστασιοποιημένα είτε χλευαστικά, όποτε βέβαια κάτι από αυτά διαπερνούσε προς στιγμήν το σιδηρούν παραπέτασμα της αδιαφορίας.
Ιδίως δε η ευρωπαϊκή διανόηση είχε ένα λόγο παραπάνω να καταφέρεται ενάντια στη Μαζική Κουλτούρα, την οποία αντιμετώπιζε ως την «αιχμή του δόρατος» του πολιτιστικού ιμπεριαλισμού των ΗΠΑ (κύριος εκφραστής της). Αυτή η συχνά ιδεοληπτική και εμπαθής ανάλυση (βλ. Ζαν Μποντριγιάρ) απέτρεπε την εις βάθος ανάλυση και την ενασχόληση με το φαινόμενο, ως ανάξιο λόγου, αντιπαραθέτοντας την Υψηλή στη λαϊκή κουλτούρα.
Όταν λοιπόν ο Ο. Έκο, ως καθηγητής Σημειωτικής, αποφάσισε να ασχοληθεί σοβαρά με το αντικείμενο, δέχθηκε αρχικά αρκετές επιθέσεις, καθότι η ενασχόληση με κάτι τόσο μιαρό (και αμερικανικό – ακόμα και οι διανοούμενοι μπορεί να είναι, εκλεπτυσμένα, ρατσιστές) δεν άρμοζε στο ύφος και τη status του. Καίτοι η ανάλυση στο εν λόγω βιβλίο παραμένει αιχμηρή, δίχως να χαρίζεται σε τίποτα και σε κανέναν, εντούτοις ο αναγνώστης θα διακρίνει ψήγματα συμπάθειας, νοσταλγική προσέγγιση σε εφηβικές μνήμες αγνής απόλαυσης, όπου ο σπουδαίος διανοούμενος αφήνει -έστω προσωρινά- τη θέση του στον απλό αναγνώστη που ψυχαγωγείται αβίαστα.
Εν μέσω αυτής της κριτικής προσέγγισης, για να επανέλθω στη σύνδεση με το «Τζόκερ», υπάρχουν και κάποιες σελίδες ανάλυσης των λεγόμενων υπερ-ηρωικών κόμικς της εποχής, με τα οποία ο συγγραφέας είναι εξαιρετικά αυστηρός. Μεταξύ άλλων, η κριτική του επικεντρώνεται σε ένα απλό και εκπληκτικά προφανές γεγονός: Πώς γίνεται να διαθέτεις τις υπερδυνάμεις του Superman και να υπερασπίζεσαι το δίκαιο και τους αναξιοπαθούντες από τη μία, αλλά να αδιαφορείς για τη συγκέντρωση πλούτου και εξουσίας στους λίγους, για την απληστία και τις αιτίες που προκαλούν τα όποια κοινωνικά δεινά, σε τελική ανάλυση για οτιδήποτε σχετίζεται με ευαίσθητα ζητήματα απόδοσης κοινωνικής δικαιοσύνης;
Ο Έκο αποδίδει την απουσία στον εγγενή συντηρητισμό των δημιουργών των mainstream κόμικς της εποχής, εστιάζοντας στο ταμπού της ατομικής ιδιοκτησίας που δεν επιτρέπεται να θιγεί ή γενικότερα σε ό,τι μπορεί να παραπέμπει έστω και ακροθιγώς σε ταξική κυριαρχία. Ο Κακός όταν δεν σκότωνε, έκλεβε (χρήματα, πολύτιμα αντικείμενα) και ο Καλός τον έπιανε και επέστρεφε τα κλοπιμαία στον νόμιμο ιδιοκτήτη του, κλείνοντάς τον φυλακή, μέχρι να δραπετεύσει και ο κύκλος να επαναληφθεί αέναα.
Προφανώς η κριτική του Έκο (και όχι μόνο) ήταν πολύ σωστή, για την εποχή της. Η ζωή έχει, εντούτοις, τον δικό της τρόπο να επιβεβαιώνει και συνήθως να διαψεύδει τις προβλέψεις των ανθρώπων (όσο ευφυείς κι αν είναι αυτοί). Η επάρατος Μαζική Κουλτούρα επέδειξε μεγάλη αντοχή, επεκτείνοντας την επιρροή της σε παγκόσμιο επίπεδο. Από την άλλη, μπολιάστηκε με τη δημιουργικότητα και την πρωτότυπη σκέψη μεγάλου αριθμού δημιουργών που έσπευσαν να τη γονιμοποιήσουν ακόμα και με ετερόκλιτα υλικά, προσβάσιμα μέχρι πρότινος στους πατρικίους της Υψηλής Κουλτούρας.
Απόδειξη αυτού, οι σημαντικές καινοτομίες στον χώρο των κόμικς, τα οποία έχουν εδώ και καιρό βιώσει την ενηλικίωσή τους, ασχολούμενα με, μέχρι πρότινος, απαγορευμένα θέματα, πολιτικής, σεξουαλικής, ψυχολογικής και κοινωνικής φύσης. Το αυτό συνέβη και κατά τη μεταφορά τους στον χώρο της 7ης τέχνης, όπου εδώ και κάποια χρόνια διακρίνουμε το μπόλιασμά τους με «σοβαρές» θεματικές και προβληματισμούς. Θεωρώ δε πως, αν όχι σημείο καμπής, τουλάχιστον επί του παρόντος επιστέγασμα της σε εξέλιξη διαδικασίας είναι το «Τζόκερ» του Τοντ Φίλιπς. Όχι τόσο όμως για την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ανάδειξη του ψυχολογικού τραύματος και νοσημάτων σε κεντρικό θέμα της ταινίας, αλλά κυρίως για το πώς το πολιτικο-κοινωνικό στοιχείο συνυφαίνεται άρρηκτα με το προσωπικό δράμα του ήρωα.
Η ταινία βάζει στο στόχαστρό της απροκάλυπτα το επικρατούν οικονομικό μοντέλο, μέσα από μια αυστηρά ταξική οπτική, μη αφήνοντας στιγμή τον θεατή να ξεχάσει (και να ξεχαστεί) το «εικόνα σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω» που τεχνηέντως υποβάλει ο σκηνοθέτης (καθόλου τυχαίες οι πλείστες αναφορές στον «Ταξιτζή» τού Σκορσέζε). Ο Φίλιπς ενσκήπτει σφόδρα στη λεγόμενη νεοφιλελεύθερη συναίνεση, στην ταξική επίθεση των αδηφάγων κυρίαρχων τάξεων στους παρίες του συστήματος, στην αποψίλωση των κοινωνικών υπηρεσιών και παροχών (ολωσδιόλου άχρηστες στα προνομιούχα στρώματα), αλλά και στον αγαπημένο αστικό μύθο της φιλάνθρωπης και καλοπροαίρετης ανώτερης τάξης που εκπροσωπείται από τον πατέρα Γουέιν.
Σε μια ενδιαφέρουσα σεναριακή ανατροπή, ο μεγιστάνας παραμένει παντελώς αδιάφορος απέναντι σε μια ολόκληρη τάξη ανθρώπων. Το σενάριο όμως προχωράει ένα βήμα πιο πέρα, χρησιμοποιώντας έναν ακόμα αγαπημένο, ολιγαρχικό, μύθο της προνομιούχου τάξης και των απολογητών της: Εκείνον που θεωρεί ως άξιο τον πλούσιο (πλούσιος γιατί άξιος ή άξιος επειδή πλούσιος;) και ως ανάξιο τον φτωχό που επιβουλεύεται τα δίκαια προνόμια του πρώτου (η ισότητα ως αίσθημα ζηλοφθονίας επί των χρηστών τάξεων), ο οποίος ως άξιος και εξ αυτού πλούσιος, οφείλει να άρχει αυτοδικαίως επί των πολλών.
Επιπροσθέτως, ο πόλεμος των τάξεων, όπως περιγράφεται στην ταινία πάντα, σοβεί και σταδιακά ξεσπά με σφοδρότητα προς το τέλος, οπότε και συνδέεται άμεσα με τη «συνειδητοποίηση» του ήρωα. Ο φόνος μπροστά στην κάμερα (το θέαμα ως βρόχος που τυλίγεται γύρω από τους θεράποντές του), οι μαζικές εξεγέρσεις, η τυφλή και ασυνείδητη βία των περιθωριακών μαζών που στρέφονται ενάντια σε κάθε μορφή κυριαρχίας και επίσημης εξουσίας, όπου ταυτόχρονα έλκονται από μια φιγούρα (δεν πρόκειται καν περί προσώπου) ανάγοντάς τη σε ηγέτη της, ενώ ο ίδιος ο χαρακτήρας του Τζόκερ δηλώνει κάθε στιγμή πόσο αδιαφορεί για τα πολιτικά ζητήματα. Προφανώς, οι δηλώσεις αυτές δεν έχουν καμία σημασία για «της Γκόθαμ τους κολασμένους» που αντιδρούν με την κτηνώδη βία του εγκλωβισμένου στο κλουβί ζώου. Και ο φαύλος κύκλος συνεχίζεται εσαεί…
Δεν έχει σημασία να υπερασπιστώ ή να αρνηθώ την ιδεολογική οπτική του σκηνοθέτη. Πρόκειται τελικά για ένα έργο τέχνης που επιλέγει να ακολουθήσει αυτή κι όχι μια άλλη πορεία. Το ενδιαφέρον για μένα, συγκεφαλαιώνοντας, είναι πως η ταινία ανοίγει έναν γόνιμο διάλογο, οδηγώντας στις αίθουσες ένα κοινό που μέχρι πρότινος άκουγε DC και Marvel και απέστρεφε το πρόσωπό της. Δεν τολμώ να εικάσω τι άποψη θα είχε ο ίδιος ο Έκο για την ταινία, εντούτοις έχει σίγουρα ενδιαφέρον να δούμε κατά πόσον το σημαντικό αυτό βήμα θα έχει συνέχεια και σε ποια κατεύθυνση.
ΕΝΑΣ ΚΟΣΜΟΣ ΑΝΑΠΟΔΑ

«Πριν από εκατόν τριάντα χρόνια η Αλίκη, αφού επισκέφθηκε τη χώρα των θαυμάτων, μπήκε σ' έναν καθρέφτη για να ανακαλύψει τον κόσμο από την ανάποδη. Αν η Αλίκη ξαναγεννιόταν στις μέρες μας, δεν θα χρειαζόταν να περάσει πίσω από τον καθρέφτη, θα ήταν αρκετό να ρίξει μια ματιά έξω από το παράθυρο».
Με το συγκλονιστικό βιβλίο του "Ένας κόσμος ανάποδα", στην αναθεωρημένη μετάφραση της Γεωργίας Ζακοπούλου, ο πολυβραβευμένος Ουρουγουανός συγγραφέας και δημοσιογράφος Εδουάρδο Γκαλεάνο, αποφασίζει να μας ξαναστείλει στο σχολείο. Σε ένα σχολείο που αποκαλύπτει με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες και καυστικό χιούμορ την ανεστραμμένη πραγματικότητα του σύγχρονου κόσμου, όπου τα αριστερά βρίσκονται δεξιά, τα πάνω κάτω και τα εμπρός πίσω. Αγανακτισμένος από την κατάφωρη κοινωνική αδικία καταγγέλλει τους διεθνείς οργανισμούς και τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα, καταδικάζει την εκμετάλλευση και την αδικία, υψώνει φωνή διαμαρτυρίας και καλεί τον καθένα μας σε εγρήγορση και δράση, δίνοντας ένα μήνυμα αισιοδοξίας και ελπίδας.
Απόσπασμα από το βιβλίο
Παρότι δεν μπορούμε να μαντέψουμε πως θα είναι τα επόμενα χρόνια, έχουμε τουλάχιστον το δικαίωμα να ονειρευτούμε πώς θα θέλαμε να είναι. Το 1948 και το 1976 ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών διατύπωσε οικουμενικές διακηρύξεις με εκτενείς καταλόγους ανθρώπινων δικαιωμάτων αλλά η μεγάλη πλειοψηφία της ανθρωπότητας δεν έχει κανένα άλλο δικαίωμα εκτός από το δικαίωμα να βλέπει, να ακούει και να σιωπά.
Τι θα γίνει αν αρχίσουμε να ασκούμε το δικαίωμα στο όνειρο που δεν διακηρύχθηκε ποτέ; Τι θα γίνει αν για μια στιγμούλα αφεθούμε στο παραλήρημα; Ας διαπεράσει το βλέμμα μας το όνειδος και ας ονειρευτούμε έναν άλλο κόσμο όπου:
Ο αέρας θα είναι καθαρός, απαλλαγμένος από το μικρόβιο του ανθρώπινου φόβου και από τα ανθρώπινα πάθη. Στους δρόμους τα σκυλιά θα συνθλίβουν αυτοκίνητα. Τους ανθρώπους δεν θα τους ελέγχει το αυτοκίνητο, δε θα τους προγραμματίζει ο υπολογιστής, δε θα τους εξαγοράζει το σούπερ μάρκετ, δε θα τους παρακολουθεί η τηλεόραση. Η τηλεόραση θα πάψει να είναι το πιο σημαντικό μέλος της οικογένειας και θα της συμπεριφερόμαστε όπως στο σίδερο ή το πλυντήριο ρούχων.
Οι άνθρωποι θα δουλεύουν για να ζήσουν, αντί να ζουν για να δουλεύουν. Στους ποινικούς κώδικες θα ενταχθεί και το αδίκημα της βλακείας, το αδίκημα που διαπράττουν όσοι ζουν για να έχουν ή για να κερδίζουν, αντί να ζουν απλώς και μόνο για να ζουν, σαν τα πουλιά που κελαηδούν χωρίς να ξέρουν ότι κελαηδούν και σαν τα παιδιά που παίζουν χωρίς να ξέρουν ότι παίζουν.
Σε καμιά χώρα δεν θα φυλακίζονται οι νέοι που αρνούνται να υπηρετήσουν τη στρατιωτική τους θητεία αλλά εκείνοι που θα θέλουν να την υπηρετήσουν. Οι οικονομολόγοι δε θα ονομάζουν επίπεδο ζωής το επίπεδο κατανάλωσης, ούτε ποιότητα ζωής την ποσότητα των υλικών αγαθών.
Οι μάγειροι δεν θα πιστεύουν ότι είναι ευχάριστο για τους αστακούς να τους βράζουν ζωντανούς. Οι ιστορικοί δεν θα πιστεύουν ότι η εισβολή σε μια χώρα είναι κάτι που την ευχαριστεί. Οι πολιτικοί δεν θα πιστεύουν ότι είναι ευχάριστο για τους φτωχούς να τρώνε υποσχέσεις.
Η σοβαρότητα θα πάψει να θεωρείται αρετή και κανείς δε θα παίρνει στα σοβαρά έναν άνθρωπο που δε θα είναι ικανός να γελάει με τον εαυτό του. Ο θάνατος και το χρήμα θα χάσουν τις μαγικές τους δυνάμεις και ούτε ο θάνατος ούτε η περιουσία θα μπορούν να μετατρέψουν έναν παλιάνθρωπο σε ευυπόληπτο πολίτη. Κανείς δε θα θεωρείται ήρωας ή χαζός επειδή κάνει αυτό που πιστεύει ότι είναι σωστό αντί να κάνει αυτό που τον συμφέρει περισσότερο.
Ο κόσμος δεν θα πολεμάει πια τους φτωχούς αλλά τη φτώχεια και η στρατιωτική βιομηχανία δε θα έχει άλλη λύση παρά να κλείσει. Το φαγητό δε θα είναι εμπόρευμα ούτε η επικοινωνία εμπόριο, επειδή το φαγητό και η επικοινωνία είναι δικαιώματα του ανθρώπου.
Κανείς δε θα πεθαίνει από πείνα επειδή κανείς δε θα πεθαίνει από το πολύ φαΐ. Κανείς δε θα φέρεται στα παιδιά του δρόμου σαν να είναι σκουπίδια, επειδή δε θα υπάρχουν παιδιά του δρόμου. Κανείς δε θα φέρεται στα πλούσια παιδιά σαν να είναι λεφτά, επειδή δε θα υπάρχουν πλούσια παιδιά.
Η εκπαίδευση δε θα είναι προνόμια μόνο όσων μπορούν να την πληρώσουν. Η αστυνομία δεν θα είναι εφιάλτης για όσυς δεν μπορούν να την εξαγοράσουν. Η δικαιοσύνη και η ελευθερία, αδέρφια σιαμαία που καταδικάστηκαν να ζουν χωριστά, θα ενωθούν και πάλι, πλάτη με πλάτη.
Μια μαύρη γυναίκα θα είναι πρόεδρος της Βραζιλίας και μια άλλη γυναίκα, επίσης μαύρη, θα είναι πρόεδρος την Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής μια ινδιάνα γυναίκα θα κυβερνάει τη Γουατεμάλα και μια άλλη το Περού. Στην Αργεντινή οι τρελές της Πλάζα ντε Μάγιο θα είναι παράδειγμα πνευματικής υγείας, επειδή εκείνες αρνήθηκαν να ξεχάσουν στα χρόνια της υποχρεωτικής λήθης.
Η Αγία Μητέρα Εκκλησία θα διορθώσει τα τυπογραφικά λάθη στους πίνακες του Μωυσή και η έκτη εντολή θα προστάζει να τιμάμε το σώμα. Η Εκκλησία επίσης θα υπαγορεύσει μια ακόμη εντολή, που την ξέχασε ο Θεός: «Αγάπα τη φύση, μέρος της οποίας είσαι κι εσύ».
Θα ξαναβλαστήσουν τα δάση στον ερημωμένο κόσμο μας και στις ερημωμένες ψυχές.
Οι απελπισμένοι θα ξαναβρούν την ελπίδα τους και οι χαμένοι τη ζωή τους, αφού απελπίστηκαν επειδή ήλπισαν πολύ και χάθηκαν επειδή έψαξαν πολύ.
Όσοι έχουμε θέληση για δικαιοσύνη και ομορφιά θα είμαστε όλοι αδέρφια, όποτε κι αν έχουμε γεννηθεί, όπου κι αν έχουμε ζήσει, χωρίς να χρειαστεί να αλλάξουμε καθόλου τα σύνορα του κόσμου και του χρόνου.
Η τελειότητα θα εξακολουθήσει να είναι το βαρετό προνόμιο των θεών όμως, σ’ αυτό τον όμορφο αλλά και γαμημένο κόσμο, θα ζούμε την κάθε νύχτα σαν να ‘ναι η τελευταία και την κάθε μέρα σαν να ‘ναι η πρώτη μας.
Για τις φτωχές και υπερχρεωμένες χώρες
Όταν ένας παραβάτης σκοτώνει για τα χρέη που οφείλει, η εκτέλεση ονομάζεται ξεκαθάρισμα λογαριασμών, ενώ όταν η διεθνής τεχνοκρατία αποφασίζει να κάνει εκκαθάριση σε μια υπερχρεωμένη χώρα, η εκτέλεση ονομάζεται πρόγραμμα μακροοικονομικής ρύθμισης. Ο οικονομικός εκβιαστής, αν δεν πάρει τα λύτρα, δημεύει τις χώρες και ανακατεύεται στα εσωτερικά τους: σε σύγκριση μαζί του, οποιοσδήποτε μαχαιροβγάλτης αποδεικνύεται αβλαβής σαν τον Δράκουλα στο φως της μέρας. Η παγκόσμια οικονομία είναι η πιο αποδοτική μορφή του οργανωμένου εγκλήματος. Οι διεθνείς οργανισμοί ελέγχουν το νόμισμα, το εμπόριο και τις πιστώσεις των φτωχών χωρών με τόσο ψυχρό επαγγελματισμό και ατιμωρησία, που τρομοκρατούν και εξευτελίζουν πολίτες περισσότερο κι από τα βομβαρδιστικά.
(…)
Οι φτωχές χώρες, προκειμένου να διαθέτουν όλο και φτηνότερα και περισσότερο υπάκουα εργατικά χέρια, χρειάζονται ολόκληρα τάγματα από δήμιους, βασανιστές, ιεροεξεταστές, δεσμοφύλακες και χαφιέδες. Για να ταίσουν και να εξοπλίσουν αυτά τα τάγματα, οι φτωχές χώρες χρειάζονται περισσότερα δάνεια. Για να πληρωθούν οι τόκοι των δανείων, οι φτωχές χώρες χρειάζονται ακόμα περισσότερα δάνεια. Για να πληρωθούν οι τόκοι των συσσωρευμένων δανείων, οι φτωχές χώρες πρέπει να αυξήσουν τις εξαγωγές τους. Για να αυξηθούν οι εξαγωγές οι φτωχές χώρες πρέπει να μειώσουν το κόστος παραγωγής. Για να μειωθεί το κόστος παραγωγής οι φτωχές χώρες χρειάζονται όλο και φτηνότερα και περισσότερο υπάκουα εργατικά χέρια. Για να γίνονται κάθε φορά φτηνότερα και περισσότερο υπάκουα τα εργατικά χέρια, οι φτωχές χώρες χρειάζονται τάγματα ολόκληρα από δήμιους, βασανιστές και ιεροεξεταστές…

“Στο τέλος της ημέρας, είμαστε αυτό που κάνουμε για να αλλάξουμε αυτό που είμαστε”
Διαβάστε κι αυτό:
https://tvxs.gr/news/paideia/entoyarnto-gkaleano-o-kosmos-anapoda-%E2%80%93-2o-mathima-oi-mathites
Τουρίστες στον Πλανήτη Γη
Ντάγκλας Άνταμς, Mark Carwardine

Ένα βιβλίο με την αυθεντικότητα του ντοκιμαντέρ και την αφηγηματική δεινότητα του Ντάγκλας Άνταμς. Η ξεκαρδιστική και μαζί μελαγχολική αναζήτηση των τελευταίων επιζώντων της γήινης πανίδας, από τον συγγραφέα Ντάγκλας Άνταμς και τον ζωολόγο Μαρκ Καργουαρντάιν, τους φέρνει αντιμέτωπους με μερικά από τα υπό εξαφάνιση είδη και τους τελευταίους απογόνους τους... Τον Δράκο του Κόμοντο με τη θανατηφόρα αναπνοή, τον παπαγάλο Καπάπο που αποφάσισε εδώ και καιρό ότι το να τρώει είναι πιο διασκεδαστικό από το να πετάει, και άλλα εξίσου παράξενα και αξιαγάπητα είδη. Με τη δηκτική του σάτιρα, ο Ντάγκλας Άνταμς, ως αυτόπτης μάρτυς των οικολογικών ανατροπών του πλανήτη μας, μας κάνει να γελάσουμε πριν αρχίσουμε πραγματικά να αναρωτιόμαστε...


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου