Αλληγορία
Υπάρχουν πολλοί τρόποι να προσεγγίσουμε και να κατανοήσουμε την έννοια της αλληγορίας. Ένας πρώτος τρόπος είναι ο καθαρά ετυμολογικός. Σύμφωνα, λοιπόν, με την ετυμολογία της λέξης, η αλληγορία είναι ένας μεταφορικός εκφραστικός τρόπος, ο οποίος κρύβει νοήματα διαφορετικά από εκείνα που φανερώνουν οι χρησιμοποιούμενες συγκεκριμένες λέξεις. Όλες λ.χ. οι παροιμίες κρύβουν νοήματα διαφορετικά από εκείνα που άμεσα τουλάχιστον δηλώνουν και εκφράζουν οι λέξεις. Άλλα δηλαδή λένε και άλλα εννοούν. Από την άποψη αυτή, όλες οι παροιμίες συνιστούν έναν αλληγορικό και, επομένως, μεταφορικό τρόπο έκφρασης. Η παροιμία π.χ.
Το ένα χέρι νίβει τ' άλλο και τα δυο το πρόσωπο
στη λεκτική της επιφάνεια μιλάει για την καθημερινή διαδικασία της ατομικής καθαριότητας και υγιεινής. Στο νοηματικό της όμως υπόστρωμα, η παροιμία κρύβει και, τελικά, υποδηλώνει ένα διαφορετικό νόημα: μιλάει για την ανάγκη και την αξία της αλληλοσυμπαράστασης, της αλληλοβοήθειας, της αλληλεγγύης και της συνεργασίας μεταξύ των ανθρώπων. Και επειδή με την παροιμία μεταφερόμαστε από το επίπεδο μιας καθημερινής ασχολίας σ' ένα άλλο και διαφορετικό επίπεδο εννοιών και αξιών, γι' αυτό ακριβώς η αλληγορία της παροιμίας συνιστά ένα μεταφορικό εκφραστικό τρόπο.
Ύστερα από αυτή την πρώτη προσέγγιση, φαίνεται καθαρά ότι η αλληγορία είναι μια εκφραστική τεχνική με την οποία επιδιώκεται και επιτυγχάνεται η απόκρυψη του πραγματικού νοήματος. Συνεπώς, οπουδήποτε λειτουργεί η έννοια της αλληγορίας, χρειάζεται και απαιτείται μια ειδική ανάγνωση για την αποκωδίκευση και την κατανόηση του πραγματικού νοήματος. Αυτή η ειδική ανάγνωση προϋποθέτει την ικανότητα να διαβάζουμε ένα αλληγορικό κείμενο «κάτω από τις λέξεις», για να αποκαλύψουμε τα κρυμμένα ή, έστω, τα δυσδιάκριτα νοήματα.
Στο χώρο τώρα της λογοτεχνίας, η αλληγορία είναι μια ιδιαίτερα συχνή συγγραφική τεχνική. Συγκεκριμένα, ο πεζογράφος ή ο ποιητής, για να προσδώσει στα νοήματα του μεγαλύτερη υποβλητικότητα και για να τα καταστήσει περισσότερο αισθητά και, επομένως, ζωντανά, καταφεύγει συχνά στην τεχνική και στους τρόπους της αλληγορίας. Ο ποιητής π.χ. Αλκαίος, τον 6ο αι. π.Χ., θέλησε να μιλήσει για τις οδυνηρές συνέπειες που προκαλούνται απ' τις εμφύλιες διαμάχες. Δε μίλησε όμως για το θέμα αυτό με τρόπο άμεσο, ευθύ και ανοικτό· αντίθετα, χρησιμοποίησε τον τρόπο της ποιητικής αλληγορίας. Συγκεκριμένα, περιέγραψε μια κατάσταση άγριας βαρυχειμωνιάς και θαλασσοταραχής (=κοινωνικές αναταραχές, πολιτικές διαμάχες, εμφύλιες συρράξεις, έλλειψη σύμπνοιας και ομοψυχίας)· έγραψε για ένα καράβι που θαλασσοδέρνεται και τσακίζεται (=η ταραγμένη πολιτεία που κινδυνεύει να καταποντισθεί)· για τους ναύτες που επίσης θαλασσοδέρνονται, κινδυνεύουν και πνίγονται (ναύτες = οι πολίτες). Μ' αυτό το σχήμα αλληγορίας, ο Αλκαίος, στην επιφάνεια της ποιητικής γραφής μοιάζει να μιλάει για μια κατάσταση θαλασσοταραχής. Μ' αυτή δηλαδή την αλληγορική περιγραφή και εικόνα «απέκρυψε» τα πραγματικά και τα κρυμμένα νοήματα. Αυτή, ακριβώς, η αλληγορική απόκρυψη κατέστησε, τελικά, τα νοήματα πιο υποβλητικά και, παράλληλα, απέτρεψε τον κίνδυνο να μετατραπεί το ποίημα σε πολιτική και αγοραία ρητορεία.
https://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGL-A111/683/4523,20475/
Τεχνική ανιμισμού: χρησιμοποιείται συχνά στην παιδική λογοτεχνία, σύμφωνα με την οποία ζώα ή φυτά εμψυχώνονται και επιστρατεύονται για να μιλήσουν για προβλήματα που τους κατατρύχουν.
«ΑΝ ΟΙ ΚΑΡΧΑΡΙΕΣ ΗΤΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟΙ» ρώτησε τον κ. Κ. η μικρή κόρη της σπιτονοικοκυράς του «θα φέρονταν τότε καλύτερα στα μικρά ψάρια;» «Σίγουρα» απάντησε αυτός. «Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα έφτιαχναν στη θάλασσα για τα μικρά ψάρια τεράστιες κασέλες με διάφορες τροφές μέσα, τόσο φυτά όσο και ζώα. Θα φρόντιζαν να έχουν οι κασέλες πάντα φρέσκο νερό και θα έπαιρναν εν γένει διάφορα υγειονομικά μέτρα. Όταν, παραδείγματος χάριν, ένα ψαράκι τραυμάτιζε το πτερύγιο του, τότε οι καρχαρίες θα του έβαζαν αμέσως έναν επίδεσμο, για να μην τους πεθάνει πριν την ώρα του. Για να μην είναι τα ψαράκια μελαγχολικά, θα διοργανώνονταν πού και πού μεγάλες γιορτές στο νερό· γιατί τα χαρούμενα ψαράκια έχουν καλύτερη γεύση από τα μελαγχολικά. Θα υπήρχαν φυσικά και σχολεία σ’ αυτές τις μεγάλες κασέλες. Στα σχολεία αυτά τα ψαράκια θα μάθαιναν πώς να κολυμπάνε στο στόμα των καρχαριών. Θα χρειάζονταν, παραδείγματος χάριν, τη γεωγραφία, για να μπορούν να βρίσκουν τους μεγάλους καρχαρίες, που θα βρίσκονται κάπου τεμπελιάζοντας. Το σπουδαιότερο θα ήταν φυσικά η ηθική διαπαιδαγώγηση των μικρών ψαριών. Θα διδάσκονταν ότι το υψηλότερο και ωραιότερο ιδεώδες είναι να θυσιάζεται ένα ψαράκι πρόθυμα και όχι όλα έπρεπε να πιστεύουν στους καρχαρίες, προπαντός όταν τους έλεγαν ότι θα μεριμνούσαν για ένα καλύτερο μέλλον. Θα δίδασκαν στα ψαράκια άτι το μέλλον αυτό τότε μόνο είναι εξασφαλισμένο, όταν μάθαιναν υπακοή. Τα ψαράκια θα έπρεπε να φυλάγονται απ’ όλες τις ταπεινές, υλιστικές, εγωιστικές και μαρξιστικές διαθέσεις και να αναφέρουν αμέσως στους καρχαρίες, όταν κανένα απ’ αυτά έδειχνε τέτοιες διαθέσεις. Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα έκαναν φυσικά και πολέμους αναμεταξύ τους, για να κυριέψουν ξένες ψαροκασέλες και ξένα ψαράκια. Τους πολέμους θα έβαζαν να τους κάνουν τα δικά τους ψαράκια. Θα δίδασκαν στα ψαράκια ότι ανάμεσα σ’ αυτά και τα ψαράκια των άλλων καρχαριών υπάρχει τεράστια διαφορά. Τα ψαράκια, θα διακήρυσσαν, είναι, ως γνωστόν, βουβά, αλλά σωπαίνουν σ’ εντελώς διαφορετικές γλώσσες και γι’ αυτό δεν μπορούν να καταλάβουν το ένα το άλλο. Σε κάθε ψαράκι που θα σκότωνε στον πόλεμο μερικά άλλα ψαράκια εχθρικά, που σωπαίνουν σε άλλη γλώσσα, θ’ απένειμαν ένα μικρό παράσημο από θαλασσινά φύκια και τον τίτλο του ήρωα. Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα υπήρχε φυσικά σ’ αυτούς και τέχνη. Θα υπήρχαν ωραίοι πίνακες, στους οποίους θα παριστάνονταν τα δόντια των καρχαριών με υπέροχα χρώματα, τα στόματά τους σαν αληθινά πάρκα αναψυχής, όπου θα μπορούσε να κάνει κανείς έναν υπέροχο περίπατο. Τα θέατρα στο βυθό της θάλασσας θα έδειχναν πως ηρωικά ψαράκια κολυμπάνε ενθουσιασμένα στα στόματα των καρχαριών και η μουσική θα ήταν τόσο ωραία, ώστε τα ψαράκια θα ορμούσαν, κάτω από τους ήχους της, με την μπάντα μπροστά, σαν σε όνειρο και με το νανούρισμα των πιο ευχάριστων σκέψεων, στα στόματα των καρχαριών. Θα υπήρχε βέβαια και μια θρησκεία, αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι. Θα δίδασκε ότι για τα ψαράκια μόνο στην κοιλιά των καρχαριών θ’ άρχιζε η αληθινή ζωή. Εξάλλου, αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, τα ψαράκια θα έπαυαν επίσης να είναι ίσα, όπως συμβαίνει τώρα. Μερικά απ’ αυτά θα έπαιρναν αξιώματα και θα τα τοποθετούσαν πάνω από τ’ άλλα. Στα κάπως μεγαλύτερα θα επιτρεπόταν μάλιστα να τρώνε τα μικρότερα. Αυτό δε θα ήταν για τους καρχαρίες παρά ευχάριστο, αφού οι ίδιοι θα είχαν έπειτα να τρώνε, συχνά, μεγαλύτερες μπουκιές. Και τα μεγαλύτερα ψαράκια, που θα είχαν ένα πόστο, θα φρόντιζαν για την τάξη ανάμεσα στα ψαράκια και θα γίνονταν δάσκαλοι, αξιωματικοί, μηχανικοί για την κατασκευή κασελών κτλ. Με λίγα λόγια, πολιτισμός θα υπήρχε στη θάλασσα, μόνο αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι».
μτφρ. Γιώργος Βελουδής
Δείτε το animation:
https://www.youtube.com/watch?v=QF86vdJ9C2E
Σχόλιο
Το «Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι» ανατρέχει στον τύπο της παραβολικής «ιστορίας με ζώα» για να υπονομεύσει, από μαρξιστική οπτική γωνία, τους θεσμούς που συνθέτουν τον καπιταλιστικό «πολιτισμό» (εκπαίδευση, τέχνη, περίθαλψη, εκκλησία, στρατός, κοινωνική πρόνοια) και τις αξίες που αυτοί προάγουν (φιλανθρωπία, ηρωισμός, αυτοθυσία, εθνικισμός, κοινωνική αναρρίχηση κ.ά.). Προβάλλοντας την πολιτική και ιδεολογική δομή του αστικού συστήματος στον κόσμο των ψαριών, ο Μπρεχτ δημιουργεί μια σατιρική δυστοπία, στην οποία ο αναγνώστης αναγνωρίζει αυτομάτως τον κόσμο του και τον ρόλο που ο κόσμος αυτός επιφυλάσσει για τον ίδιο. Η ειρωνική —και χιουμοριστική— προσέγγιση της κοινωνικής αγριότητας και ο αριστοτεχνικός χειρισμός του συνοπτικού παραλληλισμού (που εκτελείται απνευστί, σαν προφορική μονοκοντυλιά) απομακρύνουν τον κίνδυνο του ανιαρού διδακτισμού και επιτρέπουν στη σύντομη ιστορία να λειτουργήσει ως παιγνιώδες ερέθισμα για πολιτική σκέψη.
ΤΑ ΖΩΑ ΠΟΥ ΜΙΛΑΝΕ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
του Μιχάλη Μακρόπουλου
Ό,τι υπάρχει για τον άνθρωπο, υπάρχει μέσ' από τα μάτια του ανθρώπου. Και τα ζώα γίνονται κατανοητά στον άνθρωπο γενόμενα άνθρωποι. Όποιος έχει σκύλο ή γάτα και βγει κάπως έξω απ' τον εαυτό του και τον παρατηρήσει από απόσταση, θα καταλάβει πολύ καλά τι λέω. Μιλάει στο ζώο του, σαν αυτό να 'ναι άνθρωπος• μονάχα έτσι μπορεί να το καταλάβει. Πώς αλλιώς; Κι όσο πιο «άνθρωπος» είν' ένα ζώο στα χαρακτηριστικά του, στη ματιά, στο φέρσιμό του, τόσο μας είναι πιο κοντινό και τόσο πιο εύκολο μας είναι να το εξανθρωπίσουμε και να το νιώσουμε «δικό μας». Όχι δικό μας ζώο, μα σαν «δικό μας άνθρωπο». Έτσι, ερήμην των άλογων πλασμάτων, και με τον εξανθρωπισμό τους απ' τον άνθρωπο, έχουν συμπορευτεί άνθρωποι και ζώα στον πολιτισμό, στον πόλεμο, στη λογοτεχνία.
Τα ζώα, πιο απλές ενσαρκώσεις ξεκάθαρων γνωρισμάτων, μιλάνε και παραδειγματίζουν στους μύθους του Αισώπου. Παρόμοια στον Γάλλο Αίσωπο, τον Λαφοντέν (Jean de La Fontaine, 1621-1695), και τους δικούς του μύθους. Και στις λιθογραφίες του ο Γκρανβίλ (Grandville, 1803-1847), μ' οξύ σαρκασμό, έχει κουστουμαρισμένα και καπελωμένα ζώα να αναπαριστούν ανθρώπινες σκηνές και, μέσ' απ' τη χρήση της ζωόμορφης μουτσούνας, ο καλλιτέχνης ξεγυμνώνει τα χούγια των συγκαιρινών του, με σκληράδα που δεν αφήνει περιθώριο γι' αθώο γέλιο στη θέα του «άρρωστου σκύλου που δέχεται τις περιποιήσεις ενός γουρουνιού, ενώ οι γιατροί, ένας βραδύπους, μια βδέλλα, μια θαλάσσια αγελάδα, μια κανθαρίδα, ένας γερανός και άλλοι, προσπαθούν να κάνουν διάγνωση» ή του «νοσοκομείου όπου χειρουργοί είναι ένας καρχαρίας και ένα πριονόψαρο, και οι φοιτητές της ιατρικής είναι αρουραίοι, κοράκια και όρνια» ή, πάλι, του «γάμου της πεταλούδας με τη λιβελλούλη».
Εξυπακούεται, στα παραμύθια, τους μύθους, θρησκευτικούς και λαϊκούς, και τα λαϊκά τραγούδια, δεν υπάρχει ζώο δίχως λαλιά – τα ζώα είναι μαντατοφόροι, είναι μαγικοί βοηθοί, προαγγέλλουν συμφορές ή φέρνουν την ελπίδα, είναι πάνσοφα ή μπιτ κουτά, ψοφοδεή ή σωστά... λιοντάρια. Στους ελληνικούς μύθους, παραμύθια και τραγούδια: η αλεπού, ο λύκος, ο γάιδαρος, ο κόρακας, ο τσουτσουλιάνος• και στους απανταχού της γης μύθους σ' όλες τις εποχές – απ' τον κατεργάρη Αφρικανό Ανάνσι την αράχνη, ως τους επίσης κατεργαραίους Γάλλο Ρενάρ την αλεπού και Κινέζο βασιλιά Πίθηκο, κι ως τον Μίσα την αρκούδα των ρωσικών παραμυθιών.
Μα τα ζώα που μιλάνε είν' ο κανόνας και στη λογοτεχνία για παιδιά, που 'ναι αστική και γραπτή, αλλιώτικη από το παραμύθι, που 'ναι της υπαίθρου και προφορικό αρχικά, προτού να γραφτεί εκ των υστέρων. Ατελείωτος εδώ ο κατάλογος και μονάχα να κορφολογήσω μπορώ μερικούς τίτλους. Είναι το Λευκό Κουνέλι, κι όχι μόνο, στην Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων (1865) του Λιούις Κάρολ• είναι τα ζώα στο όχι και τόσο, ή καθόλου, παιδικό Βιβλίο της ζούγκλας (1894) του Ράντγιαρντ Κίπλινγκ. Στον Πινόκιο (1883) του Κάρλο Κολόντι, το ξύλινο αγόρι συναντάει ζώα με λαλιά: έναν γρύλο, μια αλεπού, έναν γάτο. Στον Άνεμο στις ιτιές (1908) του Κένεθ Γκρέιαμ, πρωταγωνιστές είναι ο συντηρητικός, καλοσυνάτος Τυφλοπόντικας, ο φιλικός Νεροπόντικας, ο μοναχικός και σεπτός Ασβός κι ο κακομαθημένος, φαντασμένος, κουφιοκέφαλος Βάτραχος – κοντολογίς, τέσσερις Εγγλέζοι παλιόφιλοι που, μασκαρεμένοι σε ζωάκια της αγγλικής υπαίθρου, έχουν όλες τις αρετές, και τα λιγοστά κουσούρια, που θέλει ο μέσος Εγγλέζος να αναγνωρίζει στον εαυτό του. Το Στο λόφο του Γουότερσιπ (1972) του Ρίτσαρντ Άνταμς είναι μια συναρπαστική περιπέτεια, ένα αντιαπολυταρχικό έργο, επικό και ηρωικό στην παράδοση της Οδύσσειας ή της Αινειάδας, μα μ' ήρωες κουνέλια. Τα εφτάτομα Χρονικά της Νάρνια (1950-56) του Κλάιβ Στέιπλς Λιούις είναι μια χριστιανική αλληγορία στο φανταστικό βασίλειο της Νάρνια, με ζώα που μιλούν και με τη μεσσιανική φιγούρα να 'ναι ένα λιοντάρι, ο Ασλάν. Και, πιο πρόσφατα, στην Τριλογία του κόσμου (1995-2000) του Φίλιπ Πούλμαν, κάθε ήρωας συντροφεύεται από το δαιμόνιό του, τη ζωόμορφη ενσάρκωση του μύχιου εαυτού του.
Σπανιότερα τα ζώα που μιλάνε, στη λογοτεχνία για ενηλίκους, έχουν χρησιμοποιηθεί με τρόπο αισώπειο, για να καυτηριάσουν και να παραδειγματίσουν. Έτσι, στα Ταξίδια του Γκιούλιβερ (1726) του Τζόναθαν Σουίφτ, με την ιδιοφυή τους μισανθρωπία – στο τελευταίο του ταξίδι ο Γκιούλιβερ φτάνει στη χώρα των Χουυννμμ, των ευγενών αλόγων που διαφεντεύουν τους εκχυδαϊσμένους, παραμορφωμένους, ανθρωπόμορφους Γιαχού. Απαισιόδοξος σαν τον Σουίφτ στην εικόνα που 'χει για τον άνθρωπο, ο Γκίντερ Γκρας έχει χρησιμοποιήσει τούτο το εύρημα, του ζώου που μιλάει, στα Ο Μπουτ το ψάρι (1977) και H αρουραία (1986). Και, βέβαια, είναι και η περίφημη πολιτική αλληγορία του Τζορτζ Όργουελ, η Φάρμα των ζώων (1945), όπου το «όλα τα ζώα είναι ίσα» μοιραία, με τη διαβρωτική επήρεια της εξουσίας, μετατρέπεται σε «όλα τα ζώα είναι ίσα, μα κάποια ζώα είναι πιο ίσα από τ' άλλα».
Ωστόσο, σ' όλα τούτα, πού 'ναι τα ίδια τα ζώα; Ζωόμορφοι άνθρωποι, στην Ιστορία της λογοτεχνίας και της τέχνης, έχουν απλώς ενδυθεί τη φορεσιά της αλεπούς, του σκύλου, της γάτας, κ.λπ., γιατί εντέλει ο άνθρωπος μπορεί μονάχα να μιλήσει για τον άνθρωπο και για τίποτ' άλλο. Ο λαϊκός ωστόσο πολιτισμός, κι ας εξανθρωπίζει το ζώο, το γνωρίζει και το υπολήπτεται, αλλά με θλίψη παρακολουθώ μια ταινία, για παράδειγμα, σαν το Βασιλιά των λιονταριών ή το Happy feet, όπου εδώ, πολύ περισσότερο απ' ό,τι στους μύθους του Αισώπου (εκεί υπήρχε ακόμη ο σεβασμός που μια αγροτική κοινωνία τρέφει απέναντι στο ζώο, κι ο εξανθρωπισμός δεν γινόταν μέσ' απ' τα σαγόνια μιας βιομηχανίας που αλέθει καθετί, ως και την ίδια την επαπειλούμενη οικολογική καταστροφή, για να παράγει προϊόν), απ' το ζώο έχει μείνει μονάχα μια κενή μουτσούνα που μορφάζει – και τραγουδά και χορεύει!
Έτσι, σαν κατακλείδα τούτου του μικρού άρθρου, να μερικά λόγια του Τζον Μπέρτζερ (John Berger) απ' το εξαίρετο δοκίμιό του «Γιατί να κοιτάμε τα ζώα;», από τη συλλογή δοκιμίων About Looking: «Ως τον 19ο αι., ο ανθρωπομορφισμός ήταν στοιχείο αναπόσπαστο της σχέσης ανθρώπου-ζώου κι ήταν μια έκφραση της εγγύτητας αναμεταξύ τους. Ο ανθρωπομορφισμός ήταν απομεινάρι της συνεχούς χρήσης μεταφορικών σχημάτων με ζώα. Τους τελευταίους δύο αιώνες, ωστόσο, τα ζώα έχουν σταδιακά εξαφανιστεί. Σήμερα ζούμε δίχως αυτά. Και, σε τούτη τη νέα μοναξιά, ο ανθρωπομορφισμός μάς κάνει διπλά ανήσυχους». Και παρακάτω: «Στο παρελθόν, οι οικογένειες σ' όλες τις κοινωνικές τάξεις είχαν οικιακά ζώα επειδή αυτά χρησίμευαν σε κάτι − σκύλοι φύλακες και κυνηγόσκυλα, γάτες εξολοθρεύτριες ποντικών, κ.ο.κ. Το συνήθειο της κτήσης ενός ζώου κι ας μην έχει κάποια χρησιμότητα, της κατοχής κατοικίδιων, είναι σύγχρονη καινοτομία, και, στην κοινωνική κλίμακα που υφίσταται σήμερα, είναι μοναδικό. Αποτελεί μέρος του καθολικού μεν, προσωπικού δε, αποτραβήγματος στην κλειστή μικρή οικογενειακή μονάδα, που 'ναι στολισμένη ή επιπλωμένη μ' ενθύμια από τον έξω κόσμο, κάτι που 'ναι χαρακτηριστικό γνώρισμα των καταναλωτικών κοινωνιών».
Ο ανθρωπομορφισμός στα παραμύθια
Ως ανθρωπομορφισμός νοείται οποιαδήποτε απόδοση ανθρώπινων χαρακτηριστικών, συναισθημάτων και προθέσεων σε ζώα, άψυχα όντα, φαινόμενα, φυσικές καταστάσεις, αντικείμενα ή αφηρημένες έννοιες. Συναντάται συχνά στα παραμύθια ως μοτίβο, και ιδιαίτερα στην αρχαία μυθολογία, από την Αίγυπτο μέχρι τους ελληνορωμαϊκούς χρόνους.
Ο άνθρωπος έχει την τάση να θεωρεί τα πάντα σαν κι αυτόν, και να μεταφέρει σε κάθε αντικείμενο ιδιότητες τις οποίες θεωρεί οικείες. Ο Ξενοφάνης (6ος π.Χ) ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε τον όρο ανθρωπομορφισμός για περιγράψει το πως οι θεότητες και τα υπερφυσικά όντα ομοίαζαν στους θνητούς. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το πως ο άνθρωπος αυθόρμητα άρχισε να υποθέτει για τα ζώα ιδιαίτερες συμπεριφορές που προσιδιάζουν στις ανθρώπινες: έτσι ο σκύλος είναι πιστός, οι αλεπούδες πονηρές, οι ύαινες ύπουλες, τα λιοντάρια υπάκουα και οι λύκοι αγαπούν την μοναξιά.
Οι αρχαίοι μύθοι βρίθουν ανθρωπομορφικών μοτίβων. Η χρησιμότητά τους είναι προφανής: με την απόδοση ανθρώπινων χαρακτηριστικών στα φυσικά φαινόμενα ο άνθρωπος μπόρεσε να εξηγήσει το απρόβλεπτο και να αφουγκραστεί το μεταφυσικό. Μετέπειτα με τους μύθους του Αισώπου στα ζώα δόθηκε ανθρώπινη νόηση, ενίοτε και λαλιά, ενώ τα παθήματά τους εύκολα θα μπορούσαν να αφορούν τον καθημερινό άνθρωπο. Στις ιστορίες των αδελφών Γκριμμ και τους Χανς Κρίστιαν Άντερσεν πάλι, ο ανθρωπομορφισμός χρησιμοποιήθηκε για να εισάγει φανταστικά στοιχεία, μαγικό ρεαλισμό και στοιχεία παραλόγου.
Στις ιστορίες που χρησιμοποιούν τον ανθρωπομορφισμό, τα ζώα συχνά ντύνονται και συμπεριφέρονται σαν άνθρωποι. Τέτοιου είδους ιστορίες είναι συνηθισμένες στην παιδική λογοτεχνία, και το παιδί εξαιτίας αυτού ταυτίζεται πολύ πιο εύκολα με τον ήρωα του παραμυθιού. Εδώ εμφανίζονται και πολλοί στερεότυποι ρόλοι, εφόσον είναι εύκολο για τον αναγνώστη να υποθέσει τον ρόλο και τον χαρακτήρα του εκάστοτε ήρωα με βάση το ζώο που έχει επιλεγεί. Έτσι ένας κροκόδειλος, μια ύαινα ή ένα φίδι ταιριάζουν καλύτερα στον ρόλο του ανταγωνιστή και ή του παραπλανητή, ενώ για ένα πρόβατο θα ήταν εύκολο να υποθέσει την έλλειψη κακίας και την αφέλεια. Τα ζώα ενίοτε μπορεί να παρουσιάζονται και ως καρικατούρες συγκεκριμένων τύπων ανθρώπων με κωμικές προεκτάσεις.
Σε άλλες περιπτώσεις τα ζώα μπορεί να μην υιοθετούν στοιχεία της εμφάνισης των ανθρώπων, ωστόσο σκέπτονται και ομιλούν σαν άνθρωποι, όχι για να αναδείξουν πτυχές της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά για να αναδείξουν ψυχολογικές καταστάσεις και αλήθειες για την ανθρώπινη φύση.
https://www.feggaroskoni.gr/home/blog-articles/o-anthromorphismos-sta-paramithia
Η Μαριέλενα διάβασε και προτείνει το βιβλίο του Σαββατοκύριακου
Η ζωή αρχίζει να χαμογελάει στη μοναχική λεύκα, όταν το άσπρο άλογο εμφανίζεται στο λιβάδι. Μια παράξενη αγάπη γεννιέται, που άλλοι την κοροϊδεύουν και άλλοι τη θαυμάζουν. Ύστερα από ένα σωρό δοκιμασίες, όταν το ολοστρόγγυλο φεγγάρι τους χαρίζει τη μαγική χρυσόσκονη, που θα τα κάνει ίδια για να χαρούν την αγάπη τους χωρίς εμπόδια, τότε αυτά, με μια φωνή, θα του δώσουν μιαν απάντηση ολότελα απρόσμενη.
Διαβάστε το βιβλίο και εσείς




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου