Τετάρτη 16 Ιουνίου 2021

Απρίλιος: Η λέσχη ανάγνωσης προτείνει το βιβλίο του μήνα



Η λέσχη ανάγνωσης προτείνει το βιβλίο του μήνα

 

«Η ΠΑΡΗΓΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ ΣΟΥ. . .»

Ευανθία Καϊρη - Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου:

Αλληλογραφώντας, όπως θα ήθελαν

ΠΑΝΑΡΕΤΟΥ Π. ΑΝΝΙΤΑ



Η Ευανθία Καΐρη και η Ελισάβετ Μουτζάν - Μαρτινέγκου γεννήθηκαν στην αυγή του 19ου αιώνα, η μία στην Άνδρο, η δεύτερη στη Ζάκυνθο. Υπήρξαν δυο σπουδαίες γυναίκες. Η μεγαλύτερη ατυχία τους ήταν ότι γεννήθηκαν σε λάθος χρόνο και λάθος τόπο. Η μεγαλύτερη ευτυχία τους θα μπορούσε να είναι η γνωριμία και η συνακόλουθη θερμή τους φιλία.
Την ευτυχία αυτή, που δεν αξιώθηκαν, θέλησε να τους προσφέρει τούτο το βιβλίο, με τη μορφή μιας μεταξύ τους αλληλογραφίας, έστω και υποθετικής.
Από τις φανταστικές σελίδες της περνούν πρόσωπα υπαρκτά και ζωντανεύουν πραγματικά περιστατικά, αποκαλύπτοντας αναπάντεχες, λησμονημένες ή και άγνωστες πτυχές της ελληνικής ιστορίας, κοινωνίας και πολιτικής -καθώς και της μικροϊστορίας των τριών νησιών, Άνδρου, Ζακύνθου και Σύρου, όπου εκτυλίσσεται η αλληλογραφία-, στους ταραγμένους χρόνους πριν, κατά και μετά την Επανάσταση του 1821.
Πάνω απ’ όλα, μέσα από αυτές τις επιστολές περνούν οι ίδιες, η Ευανθία Καΐρη και η Ελισάβετ Μουτζάν - Μαρτινέγκου: όσα διαμείβονται μεταξύ τους, φανταστικά ως γραπτή διατύπωση, είναι αληθινά ως περιεχόμενο, καθώς για την πορεία του βίου και της ψυχής τους φρόντισαν οι ίδιες να μας πληροφορήσουν, μέσα από τα γενναιόδωρα γραπτά τους κατάλοιπα.

 

                                                                                                             Ζάκυνθος, 4 Ιουνίου 1824

Φιλτάτη μου Ευανθία,

Ευτυχής έκπληξις η γραφή σου, οπού έφθασε ολίγας μόλις ημέρας μετά την συγγραφήν της.
Τον θάνατον εις Μεσολόγγιον του Λορδ Μπάυρον τον επληροφορήθημεν εις Ζάκυνθον με μεγάλην θλίψιν. Αγκαλά και δεν έχω τίποτες ιδικόν του διαβασμένον, φυλάττω όμως θέσιν δι' αυτόν εις την καρδίαν μου, διότι πολύ ηγάπησε την φιλτάτην Ελλάδα. Την ημέραν οπού μου έκαμες την γραφήν περί του θανάτου του, η Ζάκυνθος υπεδέχετο τον νεκρόν του και τρεις ημέραις αργότερον αγγλικόν πολεμικόν πλοίον με το όνομα «Φλωρίς» τον παρέλαβε δια να τον μεταφέρη εις την μακρινήν, ομιχλώδη πατρίδα του. Όλα τα πλοία οπού ευρίσκοντο εις τον λιμένα ύψωσαν σημαίαις νεκρώσιμαις, το «Φλωρίς» έρριψεν 37 κανονιοβολισμούς, ενόσω οι καμπάναις της πόλεως εσημαίνασι πενθίμως. Όπως είναι φυσικόν, οι εδώ Αγγλοι μεγάλως εστενοχωρήθησαν δια τον συμπατριώτην των. Αλλά και οι Ζακύνθιοι ανάλογον ησθάνθημεν συγκίνησιν. Εμάθαμεν διά το βαρύ πένθος της Ελλάδος και διά τον φωτισμένον επικήδειον λόγον οπού απηγγέλθη εις Μεσολόγγιον από τον κύριον Σπυρίδωνα Τρικούπην. Μεγάλην εντύπωσιν μου έκαμε τεμάχιον του λόγου, όθεν το απομνημόνευσα. Ο ρήτωρ, απευθυνόμενος εις τους Έλληνας συμπατριώτας του, είπε: «Ο ποιητής των καιρών μας, αγκαλά και στεφανωμένος αθανασίαν, εζήλευσε την δόξαν σας, και ήλθε προσωπικώς να ξεπλύνη μαζύ σας με το αίμα του τα μολυσμένα από την τυραννίαν χώματα μας».
Με σπαραγμόν εδιάβασα διά την ημέραν οπού απέρασες εις την εξοχήν. Ελευθέρα, με προσφιλή σου υποκείμενα. Δοσμένη εις τον χορόν και την αμεριμνησίαν, έστω και σύντομον. Προσδοκώσα και του αδελφού σου παρήγορον επιστολήν. Έδωσα αρχήν εις εν ατελείωτον κλάμα με το να εσκέφθηκα πόσον ήθελε ευγνωμονώ τον Θεόν, ανίσως και ημπορούσα να ευρεθώ πλησίον σου, να περιδιαβάσωμεν εις την ύπαιθρον. Μόνη ιδική μου ξεφάντωσις είναι πλέον η ενθύμησις των ημερών της ευγαλσίας εις τα Πηγαδάκια, οπόταν ήμην κοράσιον. Είχα και εγώ ιδεί τον απέραντον ουρανόν, ήκουσα χωρικόν παίζοντα βιολί, συνωμίλησα με απλαίς κοπέλλαις της υπαίθρου. Επήγα εις την εκκλησίαν, εστάθηκα εις το κατώφλιον και εγέμισαν οι οφθαλμοί μου από το πράσινον των κλημάτων. Και ύστερον πάλιν η μαυρίλα της ψυχής μέσα εις το σκότος του σπητιού μας εις την Χώραν. Ενθύμησις πλέον και αι εκδρομαί εις το μετόχι μας εις Γαϊτάνιον, δύο χρόνους πριν, οπού έμελλαν με τόσον δραματικόν τρόπον να παύσωσι.
Αλλά μήπως και η ιδική σου ξεφάντωσις έμελλε να κρατήση; Εγκαταλείπεις την προσφιλή σου Άνδρον. Οδηγείσαι εις τόπον ξένον, διά τρίτην φοράν μεταναστεύουσα. Αγκαλά και αντιλαμβάνομαι την αγωνίαν σου δια το θαλασσινόν ταξείδιον και την θλίψιν δια τα αίτια οπού σε οδηγούν μακράν της πατρίδος σου, δεν παύω όμως του να σε μακαρίζω. Ας ήτον δυνατόν να εταξείδευα και εγώ και ας ήσαν τα κύματα μεγάλα ως βουνά. Ας ηδυνάμην να εύγω από την φυλακήν μου και ας ήτον δια την έλλειψιν των χρημάτων. Άλλως τε, εις τι μου εχρησίμευσαν τα χρήματα, τοιούτως όπως ζω;
Θα στείλω την επιστολήν ταύτην εις την Σύραν, όπως μου παρήγγειλες. Υπολογίζω, ότι εάν δεν έχετε ήδη εγκατασταθή εις την νήσον, ετούταις ταις ημέραις θα πρέπει να ετοιμάζεσθε.
Εύχομαι η θάλασσα οπού θα σε πάρη από την Άνδρον να είναι γαληνιαία και με γαλήνην να σε απόθεση εις Σύραν. Εύχομαι ο νέος τόπος να σου προσφέρη όσην ευτυχίαν ποθείς.

                                                                                                                                 Η φίλη σου,
                                                                                                                        Ελισάβετ Μουτζάν


Από το βιβλίο "Η παρηγορία των επιστολών σου..."
Ευανθία Καΐρη - Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου: Αλληλογραφώντας, όπως θα ήθελαν
Εκδόσεις: Ωκεανίδα, 2007

ΣΗΜΕΙΩΣΗ (της συγγραφέως)
Η αλληλογραφία αυτή είναι φανταστική. Όμως οι δύο γυναίκες που αλληλογραφούν είναι υπαρκτές. Τα γεγονότα και τα πρόσωπα που αναφέρονται στις επιστολές τους είναι αληθινά και η γλώσσα είναι αυτή που και οι ίδιες χρησιμοποιούσαν. Αν και το μυθιστόρημα πλησιάζει αποφασιστικά την αλήθεια, τα «Επιλεγόμενά» του μπορούν να φωτίσουν τους φιλοπερίεργους αναγνώστες.

Η λέσχη ανάγνωσης διάβασε και προτείνει,

 για τους μικρούς της φίλους, 

ένα βιβλίο στο πνεύμα των ημερών και όχι μόνο...



Λόρδος Βύρων και Έλγιν,

της Ελένης Σβορώνου

Λόρδος Έλγιν. Τόμας Μπρους, 7ος Κόμης του Έλγιν το πλήρες δελτίο ταυτότητας. Σκοτσέζος αριστοκράτης. Στα σαράντα του και κάτι, ο Βρετανός διπλωμάτης και πρεσβευτής της Βρετανίας στην Οθωμανική Κωνσταντινούπολη έκλεψε από την Αθήνα μεταξύ 1803 και 1812, σε μια γη που σιγοετοιμαζόταν για εξέγερση. Ανάμεσα σε άλλα, αφαίρεσε γλυπτά αμύθητης πολιτιστικής αξίας από τον Παρθενώνα, από τον ναό της Απτέρου Νίκης και άλλους αρχαιολογικούς χώρους. Τα τελευταία αφαιρεθέντα ασημικά της πόλης των Αθηνών ταξίδεψαν με το πλοίο “Ύδρα”. Με το ίδιο εν αγνοία του πλοίο συνταξίδευε ο Λόρδος Μπάιρον, επιστρέφοντας από το πρώτο ταξίδι του στην Ελλάδα, γη που αργότερα θα ποτίσει με μελάνι και αίμα.

Αυτή την τυχαία συνύπαρξη εκμεταλλεύεται επιδέξια η Ελένη Σβορώνου δημιουργώντας μια πολύ ιδιαίτερη αφήγηση που απολαμβάνεις. Πηγαίνουμε στα 1811, στου Απρίλη την 11η. Από το αμπάρι του βρετανικού πλοίου του πολεμικού ναυτικού “Ύδρα”, μια μετόπη από την Κενταυρομαχία, αιχμάλωτη σε ένα κιβώτιο σε καραντίνα (μη σας τρομάζει η λέξη, τότε ήταν πάγια τακτική οι καραντίνες στα λιμάνια) αφηγείται. Σε έναν Λαπίθη της μετόπης ανήκει η φωνή. Θυμάται όσα έχει δει, από τον Πελοποννησιακό πόλεμο και τους Ρωμαίους ως τα σήμερα και τον Έλγιν που τους έβαλε σε τούτο το καράβι γιατί ήταν της μόδας τότε τα αετώματα και λοιπές αρχαιότητες. Μνημονεύει τον δημιουργό του, τον Φειδία. Και όλο προσδοκά να έρθει στο αμπάρι ο ποιητής, ο ατίθασος έφηβος με το χωλό πόδι, ο Μπάιρον, να σώσει τα γλυπτά, να σωθεί κι ο ίδιος. Βλέπει μπροστά του επαναστάσεις και ξεσηκωμούς, Καρμπονάρους και αιτήματα ελευθερίας, βλέπει Έλληνες σαν τον Ρήγα να βάζουν φωτιά στις καρδιές.

Ο ποιητής ταξιδεύει δυο χρόνια τώρα, την Ευρώπη, την Ελλάδα πιο πολύ, πόλεις και πόλεις. Θυμώνει με τον Έλγιν ο ποιητής. “Αυτός ο άνθρωπος είναι ντροπή για τη χώρα μου. Πώς μπόρεσε ο άθλιος; Αν τον είχα μπροστά μου, θα τον ανάγκαζα να επιστρέψει τώρα αμέσως τα κλοπιμαία”. Μα η καραντίνα τελειώνει. Το πλοίο φεύγει από τη Μάλτα και ο ποιητής δεν κατέβηκε στο αμπάρι. Κατέβηκε όμως στις λέξεις των ποιημάτων του. Και η υπόθεση των γλυπτών θα γίνει γνωστή από τα χέρια του.

Ένα βιβλίο (γνώσεων) που συνδυάζει επιδέξια λογοτεχνία και γνώση.   Η γλαφυρή, μελαγχολική αφήγηση, το τέχνασμα της πρωτοπρόσωπης αφήγησης ενός Λαπίθη μιας εγκλωβισμένης στο αμπάρι μετόπης, το συνεχές ταξίδι στο χρόνο που φανερώνει πως έφτασε η Ελλάδα από την εποχή των γλυπτών σε αυτήν της αρπαγής τους από τον Έλγιν, η λυρική ατμόσφαιρα που αποπνέει κάθε σελίδα, οι γνώσεις που φανερώνονται αρμονικά και αβίαστα προϊούσας της αφήγησης και ιδίως η έξυπνη αντιπαραβολή δύο Βρετανών λόρδων που υπηρέτησαν διαμετρικά αντίθετες αξίες, που στάθηκαν ο ένας με το σπαθί και την πένα στο χέρι και ο άλλος με τα ξύλινα κιβώτια στο σκοτάδι. Αυτή η έντεχνη σύγκριση των δυο, ήδη από τον τίτλο, πάνω σε ένα καράβι που μεταφέρει τα τελευταία γλυπτά της Αττικής γης προς την Μ. Βρετανία, μεταφέρει, πιστεύω, και έναν άφατο συμβολισμό της αέναης μάχης του καλού και του κακού, των αντίρροπων δυνάμεων που πονούν και ξεπονούν, που παφλάζουν πότε δω και πότε κει το καράβι Ελλάδα ή όποιο άλλο καράβι, μικρό όσο ένας άνθρωπος ή μεγάλο σαν ανθρωπότητα. Κι αυτό το παιχνίδι ισορροπίας των δυο πάνω στο κινητό αντίβαρο του κανόνα του ζυγού είναι η ιστορία της Ελλάδας από παλιά, συνοψισμένη στο πρόσωπό τους και την παρουσία τους σε εκείνο το καράβι.

https://www.elniplex.com/%CE%BB%CF%8C%CF%81%CE%B4%CE%BF%CF%82-%CE%B2%CF%8D%CF%81%CF%89%CE%BD-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%AD%CE%BB%CE%B3%CE%B9%CE%BD-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B5%CE%BB%CE%AD%CE%BD%CE%B7%CF%82-%CF%83%CE%B2%CE%BF%CF%81/









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αύγουστος: Η λέσχη ανάγνωσης προτείνει τα βιβλία του μήνα

    ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ Τάνκα*  36 ΣΤΕΛΛΑ ΠΕΤΡΙΔΟΥ   Στη θάλασσά μας   οι αχτίδες της νιότης   τρεμοπαίζανε.   Το νερό χρυσάφιζε.   Η αγάπη άνθιζε.   ...