
Αντίο Λαυρέντη
Για να αρχίσει με τις καλύτερες προϋποθέσεις η σχολική χρονιά
διαβάστε κι αυτό:
Θεατής ή το επόμενο θύμα;
Τζέιμς Πρέλλερ

Σπάσε τη σιωπή! Πάψε να είσαι θεατής. Δράσε!
Ο 13χρονος Έρικ έχει μετακομίσει από το Οχάιο στο Μπέλλπορτ του Λονγκ Άιλαντ με τη μητέρα του και τον μικρό του αδερφό. Ο σχιζοφρενής πατέρας είναι εδώ και καιρό απών. Μια μέρα που ο Έρικ παίζει στις μπασκέτες, συναντά τον Γκρίφιν, ένα γοητευτικό αγόρι με έντονα ηγετικό χαρακτήρα αλλά και πολύ θυμό μέσα του. Μαζί του είναι μια παρέα από υποτακτικούς συνομήλικούς του, αλλά και η Μαίρη, η οποία δείχνει να παίρνει αποστάσεις από τη συμπεριφορά της παρέας. Την ίδια μέρα ο Έρικ θα γνωρίσει και το απόλυτο θύμα του Γκρίφιν, τον Ντέιβιντ, ο οποίος, όσο κι αν τον απορρίπτει ο θύτης του, όσο κι αν τον χτυπάνε τα τσιράκια του, αυτός επιμένει να προσπαθεί να γίνει μέλος της συμμορίας…
Όταν ξεκινάει το σχολείο, ο Έρικ αρκείται στον ρόλο του θεατή. Δεν συμμετέχει στα περιστατικά εκφοβισμού και βίας, αλλά δεν κάνει και κάτι για να τα σταματήσει. Δείχνει γοητευμένος από τον χαρακτήρα του Γκρίφιν και δεν διστάζει μάλιστα να του εμπιστευτεί κάποια μυστικά του. Σύντομα όμως μια σειρά από περιστατικά θα τον βγάλουν από την απάθειά του: ο Γκρίφιν τού κλέβει ένα από τα αγαπημένα του σιντί μαζί με κάποια χρήματα από τον κουμπαρά του αδερφού του, ενώ ταυτόχρονα αποκαλύπτει σε όλους στο σχολείο το μυστικό που του είχε εμπιστευθεί για την ασθένεια του πατέρα του. Ο Έρικ αντιλαμβάνεται ότι η σιωπή τον έχει κάνει συνένοχο κι έτσι αποφασίζει να μιλήσει, με αποτέλεσμα να βρεθεί αυτόματα στη θέση του θύματος. Απρόσμενος σύμμαχος στη δύσκολη θέση όπου βρίσκεται, η Μαίρη, η πρώην φίλη του Γκρίφιν, η οποία βιώνει παρόμοια εμπειρία με κάποιες από τις συμμαθήτριές της.
Ο Πρέλερ αποδίδει εξαιρετικά το περιβάλλον του γυμνασίου, οι χαρακτήρες του διαθέτουν αυθεντική φωνή και η πλοκή δεν κουράζει ούτε στιγμή, καθώς ισορροπεί πάνω στην ταχύτητα και στις εκρήξεις της εφηβικής ηλικίας, αλλά και στις αναστολές των ηρώων μέχρι να αναλάβουν δράση. Αν και είναι εύκολο να ολισθήσει κανείς σε ηθικά διδάγματα και σε παρόμοια επεισόδια, ο Πρέλερ κρατάει απόσταση από όλα αυτά και επιλέγει μια άκρως ρεαλιστική λύση, αποφεύγοντας κάθε διδακτισμό και προσφέροντας τον απαραίτητο χώρο στον αναγνώστη για σοβαρό προβληματισμό και συζήτηση. Ένα βιβλίο για τον σχολικό εκφοβισμό μέσα από τα μάτια του υποψήφιου θύματος, που πρέπει να διαβαστεί από όλους!
Δείτε και τα βίντεο:
https://www.youtube.com/watch?v=RTo7ImT0O04
https://www.youtube.com/watch?v=0Vis3I_hXsY
https://www.youtube.com/watch?v=28os-hoMIQ4
https://www.youtube.com/watch?v=a4VmnCqP4qo
Και κάποιες ερωτήσεις για να αποκομίσουμε όσο το δυνατόν περισσότερα οφέλη από το βιβλίο
1. Ποιες μορφές παρουσιάζει η σχολική βία, σύμφωνα με το βιβλίο;
2. Ποια ενέργεια του πρωταγωνιστή της ιστορίας θεωρείς αξιέπαινη
και ποια θα μπορούσες να απορρίψεις; Να αιτιολογήσεις τις απόψεις σου.
3. Ποιες, κατά τη γνώμη σου, είναι οι αιτίες που ωθούν τα παιδιά της ιστορίας
του βιβλίου στη βία;
4. Σε κάποιο σημείο του βιβλίου αναφέρεται ο τρόπος που προσπάθησε
ο σχολικός σύμβουλος να ευαισθητοποιήσει τους μαθητές αναφορικά
με το ζήτημα του σχολικού εκφοβισμού.
Παρουσίασε στους συμμαθητές σου/γονείς σου/φίλους σου αναλυτικά
τα στάδια αυτής της προσπάθειας
και γράψε την άποψή σου για την αποτελεσματικότητα αυτού του τρόπου.
5. Σε κάποιο σημείο του βιβλίου ένας καθηγητής του σχολείου
παρουσίασε στους μαθητές μια έρευνα,
για να αποδείξει ότι «κάνουμε αυτό που μας λένε».
Μπορείς να αναφέρεις αντίστοιχα παραδείγματα από τη ζωή
στην ευρύτερη κοινότητα που ζεις ή από την Ιστορία;
6. Κάνε μια μικρή έρευνα για τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ.
Στη συνέχεια προσπάθησε να σχολιάσεις σε 70-90 λέξεις τη φράση του:
«Στο τέλος δε θα θυμόμαστε τα λόγια των εχθρών μας
αλλά τη σιωπή των φίλων μας».
7. Σου άρεσε το τέλος του βιβλίου;
Κάνε μια προσπάθεια να δώσεις ένα άλλο τέλος.
8. Εάν έχεις διαβάσει το βιβλίο «Μαζί» της Ελένης Πριοβόλου,
να το συγκρίνεις με αυτό και να καταγράψεις ομοιότητες και διαφορές.
Επιμέλεια: Θεόδωρος Στάμος

'Ενα πολύ καλό ανάγνωσμα για νεαρούς εφήβους που μόλις ξεκινούν να ψάχνονται με τη λογοτεχνία τρόμου
Ο ΚΛΕΦΤΗΣ ΤΟΥ ΠΑΝΤΟΤΕ

Το Σπίτι των Γιορτών του κου Χουντ υπάρχει εδώ και χίλια χρόνια, καλωσορίζοντας αμέτρητα παιδιά στην αγκαλιά του. Είναι ένας τόπος θαυμάτων, όπου κάθε παιδικό καπρίτσιο μπορεί να ικανοποιηθεί. Υπάρχει, βέβαια, ένα τίμημα. Αλλά ο νεαρός Χάρβεϋ Σουίκ, βαριεστημένος από τη ζωή του και σαγηνευμένος από τα θαύματα του κου Χουντ, δεν σκέφτεται τις συνέπειες. Μόνο όταν το Σπίτι δείχνει πια το σκοτεινό του πρόσωπο - όταν ο Χάρβεϋ ανακαλύπτει τα δύσμοιρα πλάσματα που ζουν στις σκιές του - αρχίζει να αμφιβάλλει για τα φιλανθρωπικά αισθήματα του κου Χουντ. Όμως το Σπίτι και ο μυστηριώδης αρχιτέκτονάς του δεν πρόκειται ν’ αφήσουν ελεύθερο τον αιχμάλωτό τους δίχως μάχη. Ο κος Χουντ έχει σχέδια για το νέο του φιλοξενούμενο, γιατί η ψυχή του Χάρβεϋ λάμπει φωτεινότερα απ’ όλες τις ψυχές που συνάντησε σ’ αυτά τα χίλια χρόνια...
Μια κριτική
by Αταλάντη Ευριπίδου 24 Φεβρουαρίου 2016
Η αλήθεια είναι πως Clive Barker δεν έχω διαβάσει πολύ. Δεδομένου, όμως, ότι η πρώτη μου επαφή μαζί του ήταν το «Abarat» – το οποίο έχει μια λαμπρή κεντρική ιδέα, αλλά υπόθεση κουλούρι – μάλλον δικαιολογούμαι. Χρόνια τώρα, πολύς κόσμος έχει προσπαθήσει να με πείσει να διαβάσω τον «Υφαντόκοσμο«, όμως δεν το έχω πάρει ακόμη απόφαση. Ωστόσο, φέτος πήρε το μάτι μου τον «Κλέφτη του Πάντοτε» στο Παζάρι Βιβλίου, σκέφτηκα πως ήταν και μικρό και φτηνό και, κάπως έτσι, κατέληξε στη βιβλιοθήκη μου. Να πω, στο σημείο αυτό, πως συμπαθώ ιδιαίτερα τα παραμύθια για μεγάλους, όπως και τα παιδικά βιβλία που μπορούν να διαβαστούν και από ενήλικες (μερικά τέτοια παραδείγματα είναι το «Coraline» του Neil Gaiman – ελληνιστί «Το Σπίτι στην Ομίχλη», δεν ξέρω γιατί και μη με ρωτήσετε, και η σειρά «Goth Girl» του Chris Riddell). Επομένως, όλα έδειχναν πως ο «Κλέφτης του Πάντοτε» ήταν ένα βιβλίο που θα μπορούσε να μου αρέσει, παρά την ατυχή πρώτη μου γνωριμία με τον συγγραφέα. Ευτυχώς, δεν έπεσα έξω.
Ο μικρός Χάρβεϋ, όπως πολλά παιδιά της ηλικίας του, βαριέται. Όταν ένα ανθρωπόμορφο σκιάχτρο που μιλάει τον καλεί να πάει μαζί του στο Σπίτι των Γιορτών, αρπάζει την ευκαιρία παρά τους αρχικούς του δισταγμούς. Στο Σπίτι όλα είναι ωραία και είναι πάντα γιορτές. Ο Χάρβεϋ παίζει με άλλα παιδιά της ηλικίας του, τρώει όσο θέλει και παίρνει συνέχεια δώρα. Μόνο που δεν έχει δει ποτέ τον μυστηριώδη κύριο Χουντ, τον ιδιοκτήτη και οικοδεσπότη τους και, όσο περισσότερα προσπαθεί να μάθει γι’ αυτόν, τόσο το Σπίτι δείχνει το πραγματικό του πρόσωπο, καθώς και τα τέρατα που φιλοξενεί στις σκιές του.
Για να ξεκινήσω από τα θετικά, το βιβλίο κυριολεκτικά το ρούφηξα, το διάβασα μέσα σε λίγες ώρες μόνο. Είναι πολύ ευκολοδιάβαστο και καλομεταφρασμένο – δεν δυσκολεύει στιγμή τον αναγνώστη. Η ασπρόμαυρη εικονογράφηση του Clive Barker είναι απόλυτα ταιριαστή με την ιστορία και, πράγμα σπάνιο, επιτυγχάνει να αποδόσει πολύ καλά τον τρόμο μέσα από τα νεανικά μάτια του Χάρβεϋ. Οι χαρακτήρες είναι καλοστημένοι και πειστικοί, ενώ το ύφος της αφήγησης ακροβατεί εξαιρετικά ανάμεσα στην παιδική αθωότητα και τη φρίκη. Η έκδοση είναι όμορφη και προσεγμένη και, γενικά, πρόκειται για ένα πολύ απολαυστικό ανάγνωσμα που δεν θα σας κάνει να κλάψετε ούτε τον χρόνο σας ούτε τα λεφτά σας.
Για να περάσουμε, όμως, και στα αρνητικά, η ιδέα δεν είναι και η πιο πρωτότυπη. Ίσως να ήταν, όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο, τη δεκαετία του ’90, αλλά σήμερα πρόκειται για κάτι το οποίο έχει πολυφορεθεί. Το παιδί που φεύγει από το σπίτι του για να πάει κάπου όπου νομίζει ότι θα είναι καλύτερα και, τελικά, το όνειρό του καταλήγει σε εφιάλτη είναι κάτι που έχω διαβάσει αρκετά τα τελευταία χρόνια και δεν μου κάνει πλέον ιδιαίτερη εντύπωση. Μιας και εγώ είμαι παιδί των ’90s, βέβαια, και διάβαζα «Ρόδι» και «Σαΐνια», αυτό το βιβλίο με γέμισε νοσταλγία, γιατί μου θύμισε μια ιστορία σε συνέχειες που δημοσίευε τότε ο Ευγένιος Τριβιζάς στο «Ρόδι», με τίτλο «Η Πεταλούδα κι ο Αρλεκίνος». Εκεί, θυμάμαι, είχαμε το Νησί των Γενεθλίων αντί για το Σπίτι των Γιορτών, αλλά υπήρχαν διάφορες ομοιότητες – κυρίως στο αρχικό κομμάτι και στην κεντρική ιδέα – ανάμεσα στα δύο κείμενα. Όσο μπορώ να θυμάμαι, δηλαδή, γιατί πάνε πάρα πολλά χρόνια από τότε που είχα διαβάσει το συγκεκριμένο (ανολοκλήρωτο) μυθιστόρημα του Τριβιζά.
Προσωπικά, οφείλω να παραδεχτώ πως η έλλειψη πρωτοτυπίας δεν με ενόχλησε καθόλου. Αυτό που με ενόχλησε, ωστόσο, ήταν το άπλωμα της πλοκής σε αρκετές παραπάνω σελίδες απ’ όσες χρειαζόταν. Το βιβλίο, που έτσι κι αλλιώς δεν είναι μεγάλο, θα μπορούσε να ήταν ακόμη μικρότερο και να μη χάνει σε κανένα ουσιαστικό σημείο: η ιστορία, οι χαρακτήρες και η ατμόσφαιρα θα διατηρούνταν ακέραια. Πιθανόν, μάλιστα, το βιβλίο να άφηνε, εν τέλει, μια αίσθηση πιο «συμπαγή» (συγχωρέστε μου τη λέξη, αλλά δεν ξέρω πώς αλλιώς να το περιγράψω) στον αναγνώστη του.
Τέλος, ο «Κλέφτης του Πάντοτε» με έκανε αρκετές φορές να αναρωτηθώ σε ποιον απευθύνεται. Αν με ρωτάτε, νομίζω πως είναι μάλλον εφηβικό βιβλίο: είναι πολύ ενήλικο για παιδιά και πολύ παιδικό για ενήλικες. Θα ήταν όμως, μου φαίνεται, πολύ καλό ανάγνωσμα για νεαρούς εφήβους που μόλις ξεκινούν να ψάχνονται με τη λογοτεχνία τρόμου.
Καταλαβαίνω ότι, έτσι όπως τα έγραψα, φαίνεται ίσως πως το βιβλίο δεν μου άρεσε. Αυτό δεν είναι αλήθεια. Πέρασα ένα θαυμάσιο απόγευμα μαζί του, διασκέδασα (αν και δεν τρόμαξα) και το ευχαριστήθηκα πολύ. Μπορεί να μη συγκλόνισε τον κόσμο μου και μπορεί, ακόμη, να είναι και κάπως ξεπερασμένο πλέον, όμως είναι ένα καλό βιβλίο και με έπεισε να δοκιμάσω σύντομα να διαβάσω περισσότερο από το έργο του Clive Barker.

"Η τρυφερότητα της ανθρώπινης επαφής"
Η ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΛΙΝ
ΦΙΛΙΠ ΚΛΟΝΤΕΛ

Ο κύριος Λιν, ένας ηλικιωμένος άντρας, εγκαταλείπει μαζί με την εγγονούλα του τη χώρα του μετά το βομβαρδισμό του χωριού του και το θάνατο των υπολοίπων μελών της οικογένειας του. Φτάνει σε μια χώρα, της οποίας τη γλώσσα δε γνωρίζει, και προσπαθεί να επιβιώσει για να μπορέσει να προστατέψει την εγγονή του. Κάποια μέρα που την βγάζει βόλτα στο πάρκο της περιοχής όπου βρίσκεται ο ξενώνας υποδοχής των μεταναστών κάθεται δίπλα του ο κύριος Μπαρκ. Ο κύριος Μπαρκ έχει μόλις χάσει τη γυναίκα του και έχει ανάγκη από συντροφιά. Μιλάει συνεχώς στον κύριο Λιν , ο οποίος αν και δεν καταλαβαίνει τι του λέει, αναγνωρίζει τα συναισθήματα πόνου και απελπισίας που διακατέχουν τον κύριο Μπαρκ. Το δέσιμο τους είναι απλό και αυθόρμητο και όταν κάποια απρόσμενα γεγονότα τους χωρίζουν, ο κύριος Λιν κάνει τα αδύνατα δυνατά για να ξαναβρεί το φίλο του.
Ο βασικός άξονας του έργου είναι η ανάγκη για πραγματική ανθρώπινη επαφή. Ο κύριος Λιν, ο πρόσφυγας που υποφέρει, προσπαθεί να προστατέψει την εγγονούλα του όπως μπορεί. Είναι αδέξιος και συνεσταλμένος και απομονώνεται εύκολα από τους συμπατριώτες του. Όταν ο κύριος Μπαρκ τον πλησιάζει αυθόρμητα, ο γέροντας ξαφνιάζεται, αλλά ο καλοσυνάτος τρόπος του και η ανάγκη του για επικοινωνία κάμπτουν τη δυσπιστία του κυρίου Λιν. Όταν θα αναγκαστεί να πάει σε άσυλο, ο κύριος Λιν προσπαθεί να δραπετεύσει και να βρει το πάρκο στο οποίο συναντιόντουσαν. Κι αυτό σίγουρα είναι το δυσκολότερο ταξίδι που έχει κάνει.
Ο Κλοντέλ γράφει ένα σύντομο μυθιστόρημα, γεμάτο από έντονα συναισθήματα. Παρουσιάζει την απόγνωση του ξεριζωμού, τον πόνο της απώλειας αγαπημένων προσώπων, τη συμπόνια, τη φιλία. Ο συγγραφέας, όμως, χτίζει ένα αισιόδοξο κόσμο. Ο κύριος Λιν αντλεί δύναμη από την εγγονούλα του για να ξεχάσει το παρελθόν και δένεται με έναν άνθρωπο τον οποίο καν δεν καταλαβαίνει. Κυνηγάει την ελπίδα και κερδίζει τη συμπάθεια με την αυθόρμητη συμπεριφορά του, κάνοντας τον αναγνώστη να συγκινηθεί και να χαμογελάσει με τη φωτεινότητα της ψυχής του.
Ο γεννημένος το 1962 Φιλίπ Κλοντέλ σπούδασε γαλλική φιλολογία και αρχικά εργάστηκε ως καθηγητής σε λύκειο. Έπειτα εργάστηκε στο Πανεπιστήμιο Νανσί ΙΙ. Έχει ασχοληθεί με τη συγγραφή διηγημάτων, μυθιστορημάτων και σεναρίων. Το Μυθιστόρημα του Γκρίζες Ψυχές τιμήθηκε με το βραβείο Renaudot το 2003, ενώ ψηφίστηκε από το περιοδικό Lire ως το καλύτερο βραβείο της ίδιας χρονιάς.
https://www.diavasame.gr/page.aspx?itemID=PPG1386_104
Το βιβλίο μπορείτε να το δανειστείτε από τη Δημοτική Βιβλιοθήκη
Αν μόνο ακουστά έχετε «τα παιδιά των λουλουδιών» ή οι γνώσεις σας εξαντλούνται στην ελληνική ταινία «Η θεία μου η χίπισσα», θα πάρετε μια γεύση από το βιβλίο

«Όποιος θέλει να μάθει, να αρχίσει να παρατηρεί γύρω του».
Με αυτή την προτροπή ο Πάουλο Κοέλιο μάς συστήνει το νέο του βιβλίο με τίτλο «Hippie».
Το συγκεκριμένο βιβλίο του δημοφιλούς συγγραφέα είναι πιο βιογραφικό από οποιοδήποτε άλλο.
Μέσα από τις σελίδες του, ο Πάουλο Κοέλο, ξαναζωντανεύει το όνειρο της γενιάς των χίπηδων που ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο ειρηνικά.
Ηρωάς του ο Πάουλο, ένας νέος που σχεδιάζει να γίνει συγγραφέας. Αφήνει τα μαλλιά του μακριά και ξεκινά να ανακαλύψει τον κόσμο, την ελευθερία, αλλά και το βαθύτερο νόημα της ύπαρξης. Το ταξίδι του έχει διάφορα απρόοπτα, από τη φυλάκισή του το 1968, όταν ταξίδευε στη Νότια Αμερική, από τη στρατιωτική δικτατορία της Βραζιλίας, με την κατηγορία του τρομοκράτη, μέχρι τη γνωριμία του με την Κάρλα στο Άμστερνταμ, απ’ όπου ξεκινούν μαζί για το Νεπάλ με το Magic Bus. Στην πορεία, οι δυο τους δε ζουν απλά μια συγκλονιστική ιστορία αγάπης, αλλά μεταμορφώνονται ριζικά κι ενστερνίζονται καινούριες αξίες στη ζωή τους

Ο Πάουλο Κοέλιο γεννήθηκε στο Ρίο ντε Τζανέιρο της Βραζιλίας. Φοίτησε στην νομική αλλά εγκατέλειψε τις σπουδές του το 1970 για να ταξιδέψει σε Μεξικό, Περού, Βολιβία, Χιλή, στην Ευρώπη και την Βόρεια Αφρική.
Δύο χρόνια αργότερα επέστρεψε στη Βραζιλία και άρχισε να γράφει στίχους για μουσική. Φυλακίστηκε για λίγο καιρό το 1974 για υπονομευτικές δραστηριότητες κατά της βραζιλιάνικης δικτατορίας. Παρότι Χριστιανός Καθολικός, τα κείμενά του συνδυάζουν με ένα ιδιαίτερο τρόπο τη θρησκευτικότητα και τον μυστικισμό, διαλογισμό και πνευματικές ασκήσεις και εμπειρίες από το μυστικιστικό παρελθόν του, που συχνά ίσως να αντιτίθεται στη γραμμή του επίσημου Καθολικισμού. Τα θέματά του από την άλλη δεν θα εξέφραζαν συγκεκριμένη θρησκευτική ιδεολογία, αν δεν υπήρχαν τα Καθολικά στοιχεία, αλλά αυτή η διάσταση δεν λαμβάνεται έντονα υπόψη από το κοινό του, καθότι υφίσταται απλά ως υπόβαθρο για την κυρίως ιστορία.
Πολλά από τα έργα του έχουν μία ιδιαίτερη και μυστικιστική ατμόσφαιρα ενώ πολύ σύνηθες θέμα τους είναι η αφοσίωση σε ένα στόχο και η επίτευξη των ονείρων.
Έχει πουλήσει πάνω από 20 εκατομμύρια βιβλία σε ολόκληρο τον κόσμο και τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε 38 γλώσσες. Του έχουν απονεμηθεί πολλά λογοτεχνικά βραβεία από διάφορες χώρες.
Πηγή: iefimerida.gr - https://www.iefimerida.gr/news/436741/neo-vivlio-toy-paoylo-koelio-einai-ena-taxidi-stin-aytognosia
Μην διαβάσετε το βιβλίο με πολλές λογοτεχνικές απαιτήσεις ( «Ο Αλχημιστής» είναι πολύ καλύτερος) μιας και η καλύτερη στιγμή του είναι ίσως οι παρακάτω στίχοι του Ινδού ποιητή Ταγκόρ, που υπάρχουν στις εισαγωγικές σελίδες
…κι όταν οι παλιές λέξεις ξεθώριασαν
Κι η γλώσσα απόκαμε,
Καινούριες μελωδίες γέννησε η καρδιά μου.
Όπου οι παλιοί δρόμοι τελείωναν,
Καινούριοι κόσμοι ανοίγονταν μπροστά μου.

Με την ευκαιρία ας διαβάσουμε ένα ακόμα ποίημά του
Λυρικές Προσφορές – Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ
Τα παιδιά παίζουν στο ακρογιάλι των ατέρμονων κόσμων.
Ο απέραντος ουρανός απλώνεται ακίνητος πάνω από τα κεφάλια τους και τα νερά κάνουν αδιάκοπο θόρυβο.
Χτίζουν τα σπίτια τους με άμμο και παίζουν με τις άδειες αχιβάδες.
Με μαραμένα φύλλα φτιάχνουν τα καραβάκια τους και χαμογελώντας τα αφήνουν να πλέουν πάνω στα άπατα τα βάθη.
Τα παιδιά παίζουν στο ακρογιάλι των ατέρμονων κόσμων.
Δεν ξέρουν να κολυμπούν, δεν ξέρουν να ρίχνουν δίχτυα.
Ψαράδες βουτάνε για να βρουν μαργαριτάρια, έμποροι ταξιδεύουν με τα καράβια τους,
ενώ τα παιδιά μαζεύουν βότσαλα και τα σκορπίζουν πάλι.
Τα παιδιά παίζουν στο ακρογιάλι των ατέρμονων κόσμων.
Το βιβλίο μπορείτε να το δανειστείτε από τη δημοτική βιβλιοθήκη
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου